Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ "ΜΑΖΙ magazine"



=Ότι αγαπήσαμε πίσω έμεινε=

Δημήτρης Βαρβαρήγος

Συνεντεύξεις - Καλλιτέχνες
Συντάχθηκε απο τον/την Administrator
Κυριακή, 19 Ιούλιος 2009 15:09

Κύριε Βαρβαρήγο μετά το μυθιστόρημα, “Tο υστερόγραφο μιας συγγνώμης” ένα ακραίο συναισθηματικά βιβλίο, επανέρχεστε με ένα πολύ ρομαντικό έργο με τίτλο: “Ότι αγαπήσαμε πίσω έμεινε”.
Ακριβώς έτσι είναι, ένα διαφορετικό μυθιστόρημα το οποίο προκύπτει από την ίδια την ιστορία που οδηγεί την εξέλιξη το ύφος και τον τρόπο γραφής. Πάντα μου συμβαίνει όταν μπω στην ιστορία η γραφή να εξελίσσεται εν θερμώ, άρα είναι φυσιολογικό να διαφοροποιείται το ύφος καθώς προσαρμόζεται ανάλογα με το θέμα και το χωροχρόνο που δρουν οι ήρωες.

“Ότι αγαπήσαμε πίσω έμεινε”, ένας τίτλος, θα έλεγα, εμβληματικός για τους ήρωες σας που όμως νομίζω ότι μας αγγίζει όλους.
Ναι, έχετε δίκιο, κι εγώ υποθέτω πως δεν θα υπάρχει άνθρωπος που να μην άφησε πίσω του κάτι που αγάπησε. Μια πατρίδα, μια μάνα, αδέλφια, γυναίκα παιδιά ή έναν έρωτα. Έτσι και οι ήρωες του βιβλίου η Μαρία-Ρόζα και ο Σαλιβέρειος αποφασίζουν μιαν απέλπιδα φυγή με τη λαχτάρα κάποιας ευτυχίας σε μια ζωή γεμάτη όμορφα όνειρα. Αποφασίζουν να πάλεψαν με τη ζωή αφήνοντας πίσω τους πατρίδες και ανθρώπους αγαπημένους αναζητώντας να ζήσουν την ευτυχία του παράφορου έρωτα τους και των δικών τους ονείρων, κάνοντας το δικό τους ταξίδι μέσα στο χρόνο γεμάτο από μυρωδιές περασμένων ημερών.

Από πού αντλήσατε την ιδέα;
Το θέμα για μένα είναι ένα άλλοθι, καταπιάνομαι από μια ιδέα κι αρχίζει η συγγραφή. Το άλλοθι λοιπόν αυτού του βιβλίου ήταν ένα άτυπο χαρτί γενεαλογικού δέντρου που βρέθηκε σε ένα συρτάρι. Η ιστορία του είναι βασισμένη σε αληθινά γεγονότα από στιγμές πραγματικής ζωής, φαντασίας και πάθους στα όμορφα χρόνια της αθωότητας δυο νέων παιδιών που την έζησαν. Μέσα από μια τρυφερή κι άλλοτε σπαρακτική αφήγηση για τη ζωή τον πόλεμο, τον έρωτα, την αγάπη, τα όνειρα και τις ελπίδες των ανθρώπων που τη βίωσαν ως πρωταγωνιστές της όπου μέσα στην αφήγηση περνούν και διάφορα ιστορικά γεγονότα που χαρίζουν τη νοσταλγία αλλοτινών ρομαντικών ή μη ρομαντικών εποχών.

Μιλήστε μας λίγο για το θέμα του βιβλίου.Η ιστορία διαδραματίζεται στη Φλωρεντία του 1860.
Ο δυνατός έρωτας της Μαρίας Ρόζας και του Σαλιβέρειου βρίσκει εμπόδιο στον πατέρα της. Η κοινωνική του τάξη του πλούσιου Καλτσέτη απαγορεύει να παντρευτεί η κόρη του έναν κατώτερο της. Ο έρωτας τους όμως καρπίζει στα σπλάχνα της και για να μην μαρτυρήσει το μυστικό, μόνη και με πρακτικά μέσα, η Μαρια Ρόζα, αποβάλλει αλλά αιμορραγεί επικίνδυνα. Η Φραντζέσκα, η οικονόμος κρυφά απ’ όλους τη μεταφέρει στο «Νοσοκομείο των Αθώων».Μέρες αργότερα, ο Σαλιβέρειος με τη βοήθεια των φίλων του Βερονέζε και της Σίβυλλα κλέβει την αγαπημένη του και φεύγουν από την Ιταλία. Το νέο και δύσκολο ξεκίνημα της ζωής τους αρχίζει στη Ζάκυνθο την εποχή της συνένωσης των Επτανήσων με την Ελλάδα. Ο Σαλιβέρειος νέος και αψύς, βοηθάει τον αγώνα των Ζακυνθινών. Αποκτούν αρκετούς φίλους, αλλά η κλειστή κοινωνία δεν τους αποδέχεται καθώς είναι καθολικοί και ανύπανδροι. Στην «Παναγιά των αγγέλων», με μια τελετή βαφτίζονται και παντρεύονται. Αλλά σταματάω εδώ για να μην αποκαλύψω όλο το θέμα.

Πως θα χαρακτηρίζατε αυτό το βιβλίο σας;
Είναι πολύ άβολο κι επικίνδυνο να μιλάει ο συγγραφέας για το έργο του, ωστόσο τολμώ να πω ότι είναι ένα μυθιστόρημα χαρακτήρων, με ανθρώπινα ψυχικά γνωρίσματα που προσελκύουν και διατηρούν την προσοχή και αφυπνίζουν τα συναισθήματα του αναγνώστη για τον ρομαντισμό που αποπνέει ο μύθος, καθώς και για τα ιστορικά συμβάντα που περνούν σαν υπομνήσεις μέσα από στη μυθιστορία όπως τα βίωσαν οι ήρωες παράλληλα με τις δικές τους προσωπικές αναζητήσεις.

Τι οφέλη θ’ αποκομίσει ο αναγνώστης από μια ιστορία αγάπης δύο νέων παιδιών;
Δύο θεωρώ πως είναι οι λόγοι. Πρώτος, για τη συναισθηματική δοκιμασία των ηρώων και τη γλαφυρή αφήγηση σε μια εποχή συνεχών αλλαγών και ανατροπών που ταυτίζει και ανταμείβει τον αναγνώστη από τη βαθιά πίστη των πρωταγωνιστών όπου με τη διεισδυτική ματιά τους στην καθημερινά αναπόφευκτη μοίρα της αφοσίωσης τους ο ένας στον άλλον δίνουν το μήνυμα, πως τίποτα άλλο δεν αξίζει στη ζωή περισσότερο εκτός απ’ την αλήθεια της αγάπης. Και δεύτερος λόγος, για το διάβασμα μιας τρυφερής-αληθινής ανθρώπινης ιστορίας που καταφέρνει ένα ταξίδι μέχρι τα βάθη της ψυχής.

Τώρα τι ετοιμάζετε;
Τον δεύτερο τόμο. Η ιστορία συνεχίζεται μέσα από τους απογόνους των πρωταγωνιστών φτάνοντας μέχρι το πολύ πρόσφατο παρελθόν σχεδόν στα τέλη του προηγούμενου αιώνα. Ενδιαφέρον ακούγεται.
Καλή επιτυχία σε όλα.

Ευχαριστώ.

Δευτέρα, 09 Νοεμβρίου 2009

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

μια ακόμη εκδήλωση για το βιβλίο
όσοι νιώθετε άνετα και έχετε χρόνο είστε ευπρόσδεκτοι!

Οι εκδόσεις ΑΓΚΥΡΑ
και ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ
σας προσκαλούν στην παρουσίαση
του βιβλίου του με τίτλο:
"Ότι αγαπήσαμε πίσω έμεινε"

Πίνοντας κόκκινο κρασί κι ακούγοντας
μέσα από τη μουσική τη φωνή της Γεωργίας Ζώη
να δραματοποιεί κείμενα από το βιβλίο.
Για τον Δημήτρη Βαρβαρήγο και το βιβλίο του
θα μιλήσουν η συγγραφέας Ελένη Στασινού
και η ποιήτρια και κριτικός λογοτεχνίας Λυδία Λάβδα

Aποσπάσματα από το βιβλίο
θα διαβάσει η ηθοποιός Γεωργία Ζώη.

Mουσική τρία βιολιά και πιάνο
από το συγκρότημα Grescendo
το πρόγραμμα θα συνεχιστεί με τον μουσική
από τον Κώστα Μουστάκα

Για περισσότερες πληροφορίες επικοινωνήστε
στα τηλέφωνα: 210 2693800-4
στον AΓKYPA Πολυχώρο
Σόλωνος 124 & Eμμ. Mπενάκη,
Αθήνα.
τη Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2009, στις 7.00 μ.μ.

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

Ό,τι αγαπήσαμε πίσω έμεινε











Ομιλία της Ελένης Γκίκα, από την παρουσίαση του βιβλίου που έγινε στον Ιανό, στις 29 Οκτωβρίου 2009




"Τι θα συνέβαινε αν ο Οιδίπους

και προ αυτού ο Λάιος υπήκουαν στον χρησμό?"



Είμαστε ό,τι αφήνουμε πίσω μας

Επαναλάμβανα, διαβάζοντας τον υπέροχο τίτλο του Δημήτρη “Ό,τι αγαπήσαμε πίσω έμεινε” κι έμοιαζε αυτή η φραστική εμμονή μου, σαν επιβεβλημένη απάντηση.

Ποιος στη χάρη μου σήμερα, έτσι?
Ανάμεσα σε δυο άντρες, σε δυο συγγραφείς που αποδεδειγμένα αγαπούν τη γυναίκα.
Το υποστηρίζουν με όλους τους τρόπους, με τη ζωή, με το έργο τους.

Φίλος αδελφικός, άνθρωπος του σπιτιού τολμώ να πω ο Δημήτρης, μου έχει ήδη προσφέρει μεγάλες χαρές.
Με την “Υπατία” του αξιώθηκα να ταξιδέψω μιλώντας για το σπουδαίο βιβλίο του αυτό στη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας.
Στο “Υστερόγραφο μιας συγγνώμης”, ε πια η αγάπη του στο “δεύτερο φύλλο” που πρώτο το έκανε, ήταν πλέον ολοφάνερη.
Ο Μίμης Ανδρουλάκης, γνωστός σε όλους, και μόνο το να σταθείς στο πλάι του και να μιλάς, καταντά τουλάχιστον αποκοτιά. Αλλά εδώ έχω τολμήσει να μιλήσω για βιβλίο του, τώρα θα κάνω πίσω? Εξάλλου σαν τη Μαρία Ρόζα του Δημήτρη είμαι και λίγο του vivere pericolozamente, τελικά.

Με το καινούργιο του βιβλίο, λοιπόν, ο Δημήτρης Βαρβαρήγος επιστρέφει. Στο ιστορικό μυθιστόρημα που μοιάζει να το κατέχει καλά. Και στην γυναικεία μοίρα σε εποχές που άνδρες νομοθετούν. (Θα μου πείτε και τώρα με την γυναίκα ανδρόγυνη? ας είναι) Επαληθεύοντας εκείνη τη σπουδαία και γενναία ρήση του Μάρκες πως

“την ιστορία μας και την ιστορία της οικογένειάς μας γράφουμε τελικά ξανά και ξανά”. Ακόμα κι όταν μιλάμε για άλλους, για τα δικά του πάλι ο καθένας μιλά.
Τα διλήμματα και τους φόβους μας δανείζουμε στους ήρωες, τις πολυθρόνες που καθήσαμε και τη θάλασσα π' αγαπήσαμε περιγράφουμε θέλοντας και μη στο χαρτί.
Πόσο μάλλον στην παρούσα περίπτωση που κάτι μου λέει πως η Ζωή- Μαρία Μοντανάρη είναι, Δημήτρη μου καλέ, η μαμά?

Ας είναι!
“Ό,τι αγαπήσαμε πίσω έμεινε”,
στο βιβλίο θα παραμείνουμε κι ό,τι αγαπήσαμε γίνεται εμείς.
Επειδή ένα δεν γίνεται να χάσουμε ή πίσω ν' αφήσουμε, τον εαυτό μας, που είναι “ό,τι αγαπήσαμε” και μας ακολουθεί.

“Στον έρωτα πάμε μ' ότι δεν είμαστε κι ό,τι δεν έχουμε”, μου έχει πει η Μαρία Μήτσορα σε συνέντευξη και θυμάμαι είχα ενθουσιαστεί.
Στη μυθιστορία του Δημήτρη, όμως, η Μαρία Ρόζα Καλτσέτι και ο Σαλιβέρι Μοντανάρι ερωτεύθηκαν με ό,τι ήταν, είχαν, και νίκησαν.
Ξεκινώντας από τη Φλωρεντία του 1860, αρχοντοπούλα αυτή, κατώτερος ταξικά ο Σαλιβέρι, πολεμώντας για τον έρωτά τους, δραπέτες της αγάπης στη Ζάκυνθο για να ζήσουν και μια και δυο φορές τον ξεριζωμό με τον μεγάλο σεισμό. Μέχρι να καταλήξουν στην ανοιχτή αγκαλιά της Αθήνας που όλα τα καταπίνει και τα χωρά. Προτάσσοντας, πρόλογο και καταλήγοντας σε επίλογο ο συγγραφέας, χωρίζει την αφήγησή του σε πρωτοπρόσωπη και τριτοπρόσωπη, αφήνοντας και εκείνο το προσωπικό στοιχείο που ήδη είπαμε να εννοηθεί.
Μια γυναίκα, γυναίκα που του έχει δώσει τα πάντα, θυμάται και αναζητώντας για τον επίγονο ρίζες, αφηγείται την ιστορία της προγιαγιάς.
Η ιστορία της Μαρίας Ρόζας τριτοπρόσωπη εξελίσσεται, όσον αφορά τον χρόνο, γραμμικά. Η ζωή των ηρώων στη Φλωρεντία και ο παράφορος και παράνομος έρωτάς τους, ο εγκλεισμός της ηρωίδας στο σπίτι και η αναγκαστική φυγή. Ακολουθώντας τη γυναικεία μοίρα της μητέρας, αλλά τολμώντας να ζήσει τη ζωή που δεν επέτρεπαν οι καιροί, αλλ' ούτε και τόλμησε να ζήσει κι αυτή. Ο ερχομός του ζευγαριού στη Ζάκυνθο. Ξένοι ανάμεσα σε ξένους. Η βάφτιση, ο γάμος, η ένταξη. Οι εγκυμοσύνες και τα νεκρά παιδιά. Ο κύκλος της ζωής και η πικρή διαπίστωση “απ' τα λάθη μας” και “υποφέροντας μαθαίνει κανείς”. Η ελπίδα, ο γιος, το σπίτι, ο σεισμός, το παρελθόν και τα κρυμμένα του μυστικά, η ζωή ξανά και ξανά απ' την αρχή, και γέννα και θάνατος και ελπίδα και “χτίζω στην άμμο σα να 'ναι στην πέτρα” και ξανά και ξανά απ' την αρχή, η ζωή με τους αποχαιρετισμούς, ο ερχομός στην Αθήνα και τα “Χρόνια που περνούσαν σαν σελίδες βιβλίου”,
σ' ένα βιβλίο που τα έχει όλα, ευθύς εξαρχής:
Ατμόσφαιρα εποχής, στη Φλωρεντία του 19ου αιώνα, στη Ζάκυνθο και στην Αθήνα της ίδιας σχεδόν εποχής.
Ιστορικό πλαίσιο, η ταξική κοινωνία στην ιταλική κοινωνία που επεμβαίνει στ' ανθρώπινα κι απαγορεύει ή επιτρέπει, υπαγορεύοντας γάμους, συμφέροντα, αγάπες και συμπεριφορές. Η Ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα και οι μικροί προσωπικοί αγώνες που καθορίζουν ζωές.
Χαρακτήρες, με βασικούς τη Μαρία Ρόζα και τον Σαλιβέριο, που επαναστατούν, τολμούν και ξεπερνούν τη μοίρα τους, εκείνη τη γυναικεία, κι αυτός τη ταξική, τον σκληρό πατριαρχικό πατέρα, την υποταγμένη αυστηρή κυρία Νίνα- μαμά, τη στοργική, πιστή Φραντζέσκα, την ιδανική αδελφή Οφηλία και τους απλούς ανθρώπους της Ζακύνθου με όλες τις αντιφάσεις που μπορεί ένας άνθρωπος να εμπεριέχει, όλοι μας είμαστε σκοτάδια και φως.

Μια ιστορία που περικλείει όλον τον κύκλο και τη χαρμολύπη της ζωής. Τον άνθρωπο που σηκώνει ανάστημα στο ίδιο του το πεπρωμένο. Την αγάπη που όλα τα νικά. Την Ιστορία και τα Φυσικά Φαινόμενα που υψώνονται πάνω από τη μικρή ιστορία του καθενός και τη σοφή Νομοτέλεια, πως, ό,τι και να γίνει, στην πορεία η ζωή συνεχίζεται: γέννηση, θάνατος, επανάσταση, καταστολή, φόβος, ελπίδα, φως και σκοτάδι, ξανά και ξανά απ' την αρχή.

Επιτρέψατέ μου να τελειώσω με ένα μικρό απόσπασμα που μου επιβάλει το ίδιο το βιβλίο του Δημήτρη, το τόσο απολαυστικό και σπαρακτικό:

“... Τι θα συνέβαινε αν ο Οιδίπους και προ αυτού ο Λάιος υπήκουαν στον χρησμό? Αν δηλαδή και οι δυο δεν σήκωναν κεφάλι στο θείο θέλημα? Βεβαίως δεν θα υπήρχε λόγος να γραφτεί το έργο, θα έλειπε το δράμα απ' τη ζωή. Κι αλλιώς: ο άνθρωπος θα δεχόταν αυτόματα την τάξη των πραγμάτων, όπως ένα μυρμήγκι δέχεται ενστικτωδώς το φυσικό νόμο.
Η τραγωδία αρχίζει με την παρακοή του ανθρώπου στην κοσμική μοίρα, εκείνη των βιβλικών πρωτοπλάστων... Η απουσία του δράματος προυποθέτει παραίτηση από τον ελεύθερο εαυτό, απόλυτη παραδοχή των τεταγμένων γεγονότων. Το δράμα συνιστά εξέγερση, ανατρεπτική προσπάθεια της ιδρυμένης θείας τάξεως, η οποία δεν έχει καμία σχέσην με ηθική κακότητα....”
Στέλιος Ράμφος “Το αίνιγμα κι η μοίρα” (ποιητική τέχνη στον Οιδίποδα Τύραννον).

Δημήτρη μου καλέ, πολύ σ' ευχαριστώ, για την απόλαυση, την φιλία, την τιμή.
Κύριε Ανδρουλάκη μας, χαίρομαι τόσο πολύ που σας ξανασυναντώ.
Αναστασία και Χαρά μου (ε ναι, έχουμε εδώ και την εκδότριες, τρίτη, τέταρτη, πέμπτη γενιά? Φίλη της καρδιάς μου η Αναστασία και η Χαρά η τελευταία μου αισθητική, με ανέλαβε, να με ντύνει, να με στολίζει, να μου φιλοτεχνεί εξώφυλλα με τις υπέροχες ατμοσφαιρικές της φωτογραφίες, και τη ζωή.

Και αποχαιρετώντας σας να σας αποκαλύψω και ένα δικό μας οικογενειακό μυστικό που μπορεί και να εξηγεί πολλά. Πως η γιαγιά μου η Χρυσούλα, Σάββα, Σαβίνα, αψηφώντας τον πατρικό νόμο έκλεψε τον παππού Γιώργη και αποκληρώθηκε γι' αυτό.

Σας ευχαριστώ.







YΓ. Το... ποίημά μου στον Ιανό χθες για τον Δημήτρη.


Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009




ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ και οι εκδόσεις Άγκυρα

σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου

του συγγραφέα Δημήτρη Βαρβαρήγου

με τίτλο

«Ότι αγαπήσαμε πίσω έμεινε »

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου, 2009, ώρα 18:00

ΙΑΝΟΣ, Σταδίου 24, Αθήνα

Για το βιβλίο θα μιλήσουν: η βιβλιοκριτικός και συγγραφέας Ελένη Γκίκα

και ο συγγαφέας και βουλευτής Μίμης Ανδρουλάκης.

Κείμενα θα διαβάσουν οι ηθοποιοί:
Γεωργία Ζώη και Μαρία Ζαχαρή

Μουσική τρία βιολιά και πιάνο από το συγκρότημα
Crescendo

Τρίτη, 21 Ιουλίου 2009

Ότι αγαπήσαμε πίσω έμεινε

=Ότι αγαπήσαμε πίσω έμεινε=

Μια ιστορία τρυφερή όμοια με όλες αυτές που χαρίστηκαν στο όνομα της πίστης στον άνθρωπο και στον έρωτα. Για όλους αυτούς που συνάντησαν αισθήσεις αλήθειας. Διαβάζοντας ο αναγνώστης αυτό το βιβλίο, θα βρει μέσα στις σελίδες του κομμάτια από τη ζωή του, το σώμα του, τον εαυτό του, την ψυχή του, τη σιωπή του την ίδια.
από το οπισθόφυλλο
Όλα αρχίζουν στη Φλωρεντία, κοντά στα τέλη του 18ου αιώνα, μετά την απελευθέρωση της Ιταλίας από τους Αυστριακούς.
Δυο νέοι μια αγάπη. Δυο ζωές που γίνονται μία και διεκδικούν ένα κομμάτι στον παράδεισο.
Η Μαρία Ρόζα και ο Σαλιβέρειος, αγωνίζονται να επιβιώσουν ανάμεσα σ ‘ένα εχθρικό περιβάλλον και στην αναστάτωση του έρωτα.
Βυθίζονται στις προσωπικές τους περιπέτειες και ζουν στιγμές ζωής αιώνιας.
Αγάπη χωρίς συμβιβασμούς, χωρίς διαπραγμάτευση.
Οι οιωνοί της μοίρας όμως είχαν φροντίσει να βιώσουν μ’ ένα τόνο λύπης την πίστη και την περηφάνια μέσα στο τρόμο της ματαιότητας.
Μια απέλπιδα φυγή με τη λαχτάρα κάποιας ευτυχίας σε μια ζωή γεμάτη όμορφα όνειρα.
Μια συγκλονιστική ιστορία βασισμένη σε αληθινά γεγονότα, από στιγμές πραγματικής ζωής, φαντασίας και πάθους στα όμορφα χρόνια της αθωότητας.
Μια σπαρακτική αφήγηση για τη ζωή την ελευθερία, τον έρωτα, την αγάπη, τα όνειρα και τις ελπίδες των ανθρώπων που τη βίωσαν ως πρωταγωνιστές της.
Λίγα λόγια για την πλοκή του έργου
Ο δυνατός έρωτας της Μαρίας Ρόζας και του Σαλιβέρειου Μοντανάρη βρίσκει εμπόδιο στον πατέρα της. Η κοινωνική του τάξη του πλούσιου Καλτσέτη απαγορεύει να παντρευτεί η κόρη του έναν κατώτερο της.
Ο έρωτας τους όμως καρπίζει στα σπλάχνα της και για να μην μαρτυρήσει το μυστικό με πρακτικά μέσα μόνη της ρίχνει το μωρό αλλά αιμορραγεί επικίνδυνα. Η Φραντζέσκα, η οικονόμος κρυφά απ’ όλους τη μεταφέρει στο Νοσοκομείο των Αθώων.
Μέρες αργότερα, ο Σαλιβέρειος με τη βοήθεια των φίλων του Βερονέζε και της Σίβυλλα κλέβει την αγαπημένη του και φεύγουν από την Ιταλία. Η ψυχικά άρρωστη μητέρα της Μαρίας Ρόζας για να καθυστερήσει την αναζήτηση τους από τον Καλτσέτη βάζει μέσα στη φόδρα του φορέματός της βαριά ασημικά και πέφτει στα παγωμένα νερά του Άρνο ποταμού και δίνει την ευκαιρία στην κόρη της να φύγει.
Το νέο και δύσκολο ξεκίνημα της ζωής τους αρχίζει στη Ζάκυνθο την εποχή της συνένωσης των Επτανήσων με την Ελλάδα. Ο Σαλιβέρειος νέος και αψύς, βοηθάει τον αγώνα των Ζακυνθινών. Αποκτούν αρκετούς φίλους, αλλά η κλειστή κοινωνία δεν τους αποδέχεται καθώς είναι καθολικοί και ανύπανδροι.
Στην Παναγιά των Αγγέλων, με μια τελετή βαφτίζονται και παντρεύονται. Αποκτούν το πρώτο παιδί τον Γιάννη, τον κατοπινό πειρατή Ντίνο Σαρακηνό. Ένας φθισικός που ερωτεύεται μυστικά τη Μαρία Ρόζα και λίγο πριν πεθάνει τους προσφέρει το σπίτι του. Τα όνειρα τους βρίσκουν εστία να μεγαλώσουν μέσα στα δύσκολα πολιτικά γεγονότα που διαδραματίζονται στην Ελλάδα.

Που αρχίζει το ταξίδι και που τελειώνει η φαντασία;
Που αρχίζει η πραγματικότητα και που το παραμύθι;
Ποιος ορίζει το παιχνίδι και που τελειώνει ζωή;
ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΤΟΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ "ΆΓΚΥΡΑ"

Σάββατο, 11 Απριλίου 2009

ΟΤΙ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ ΠΙΣΩ ΕΜΕΙΝΕ


Από το βιβλίο:
"ότι αγαπήσαμε πίσω έμεινε"

Βλέπεις η αγάπη, η αληθινή αγάπη έχει τόση δύναμη που μπορεί να σε εξευτελίσει όπως και η αρρώστια. Καιροφυλαχτούν και τα δυο προετοιμάζοντας την καταστροφή σου.
Σε πολλές δύσκολες στιγμές αναρωτήθηκα μήπως τελικά η αγάπη είναι κάποια αρρώστια και δεν το' χω καταλάβει;
Μήπως ένας θάνατος, αν δεν την αφήνεις να ενεργεί ελεύθερη;
Ο περίγυρος, η εξουσία, ο έρωτας, η σχέση, η αγάπη όλα περνούν απ' τον προσωπικό αφορισμό της ζωής.
Και ο θεός το μοσκιό έπλασε τους ανθρώπους κατ΄ εικόνα και ομοίωση με Του, αποδεικνύοντας πως είναι δημιουργός όλων των άσχημων συμπεριφορών, αμαρτιών, δολοφονιών και απάτης. Τέλος πάντων όλων των συμφορών. Ω! θεέ μου, συγχώρεσε τα λόγια μου, αλλά πρέπει να έχεις αποτύχει με τους ανθρώπους. Σίγουρα το ξέρεις και γι αυτό μένεις μακριά τους όταν σε χρειάζονται.
Ίσως ξέρεις κι εσύ αυτό που συμβαίνει σε ορισμένους ανθρώπους σαν και μένα ας πούμε που προσπάθησα να αντιμετωπίσω σοβαρά τη ζωή, μα που ποτέ όμως δεν απόκτησα τον έλεγχό της.
Και ποιος ελέγχει τη ζωή του;
Εκεί που νομίζεις πως όλα έχουνε στρώσει έρχεται κάτι να ξαφνιάσει τα πάντα.
Αρκεί μια άτυχη επιλογή, το χειρότερο μια μαλακισμένη αρρώστια για έρθουν τα πάνω κάτω ...;

Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2009

7 ψυχές 7 ζωές




ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΜΠΑ - ΜΑΙΡΗ ΠΙΣΙΑ - ΑΘΗΝΑ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ - ΣΜΑΡΩ ΚΟΥΜΕΝΤΑΚΗ - ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΦΡΙΤΣΑΣ - ΛΙΤΣΑ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ - ΒΑΣΙΑ ΤΣΩΤΣΟΥτ




Τέλος κι αρχή, επίλογος ή πρόλογος




Πολύτροπα των ημερών τα θελήματα φανερώνονται,ανέλπιδα κι απεγνωσμένα σα μας κάνουν πολλά αντίθετα.Το προσδοκούμαι δεν γίνεται πάντακ’ ένας Χρόνος βρήκεσ’ αδόκητα το δρόμο τα συμβάντα…Όπως κι εφέτος συνέβη,όπως πάντα συμβαίνει,ο χρόνος να φεύγει γρήγορα όταν περνά με λύπες.
{Ελένη, του Ευριπίδη}

Μια ζωή άκουγα για την επανάληψη της ψυχής, ότι κάνει κύκλο επτά φορές μέχρι να τελειωθεί και να χαθεί στη ψηφιδωτή σκηνογραφία της ύλης κάποιου έμπυρου Ουρανού. Σ’ ένα στερέωμα όπου μόνον εκεί τελείται στ’ αλήθεια ο θάνατος και η ανάσταση. Στον ιερό τόπο που ζουν οι μύστες αιώνες που μέσα τους πεθαίνει ο θεός και μέσα τους πάλι γεννιέται.Αιώνες! Οι Ερμοφόροι των ανθρώπων, που γνωρίζουν καλά τι συμβαίνει εκεί πάνω και τι εδώ κάτω, τι σημαίνει φως και τι σκοτάδι και που υφαίνουν με σπλαχνική χαρά τα πέπλα όλων των όντων. Με ουράνιες μαγείες δημιουργούν ένα νέο ζωντανό σώμα, έναν θεό και τραγουδούν και παιανίζουν στη μαγική γιορτή την είσοδο της ψυχής στο χρόνο μιας νέας ζωής. Και σπαράζει ο ουρανός και χαίρεται η γη.Έπρεπε να έχω το νου μου, να έχω βλέμμα οξύ, ακοή λεπτή και προσοχή ακονισμένη μήπως και ανακαλύψω ετούτο το μυστήριο του θανάτου του σώματος και τη μετάβαση της ψυχής.Θα έφτανε λοιπόν και για μένα η στιγμή που θα έμπαινα σε αυτό τον φανταστικό κόσμο με τους μικρούς καθρέφτες που λαμπιρίζουν σαν αστέρια;Θα έπινα το ποτό της λήθης που κρατάει το πνεύμα για πάντα στο θλιβερό σκοτάδι; Θα συναντούσα αγαπημένα πρόσωπα; Θα τα θυμόμουν; Θα με αναγνωρίζανε; Θα ζούσαμε πάλι όπως πριν ή θα μέναμε ανάσες απόμακρες;Τι δυστυχία όλα ετούτα τα δυσνόητα κι ακόμα πιο πολύ, στον ύπνο του θανάτου να μην υπάρχουν όνειρα.Ταπεινώς και αδόλως παρέδωσα τη δυσνόητη παρουσία των παιδικών μου αθώων θαυμάτων στην απουσία. Εν μέσω σιωπής θεϊκής ποθούσα να κρατήσω ψέγοντας με την αφή απαλά μέσα στα βλέμματα εικόνες κάποιου όμορφου παρελθόντος.Με τη δύναμη του νου, ματαίως, ήθελα να συνταιριάξω στην έλλειψή με το άοπτο πλέον βλέμμα μου, όλα μαζί τα ανθρώπινα ίχνη μου που είχαν χαραχτεί στης φύσης την αγνή διαύγεια. Διασχίζοντας τα ανεξερεύνητα βάθη μου υψώθηκα στην αρχή των πραγμάτων που ζουν στον αμόλυντο αιθέρα. της μίας μοναδικής συμπαντικής αρχής. Διπλώθηκα στο βάθος του δικού μου εαυτού και με μια πνοή, σκαρφάλωσα στον ουρανό.Πέρασμα μέσα από την άβυσσο των υποχθόνιων δυνάμεων, μέσα απ’ την ιερή κοιλάδα των Αγγέλων, μέσα από σκόνη αστρική, μέσα από μέλη σκορπισμένα, ανάμεσα από δύστυχες ψυχές που αναζητούσαν σώμα για τόπο.Ψυχές που πνίγονταν στο μίσος, στον πόνο και στο έγκλημα και τους έφερνε ο χρόνος όλο πιο κοντά στον αφανισμό της μοναξιάς.Πέρασα ανάμεσα από χιλιάδες άϋλες υπάρξεις και σκιές που μ’ άπλωναν τα χέρια ικετευτικά να τις γλιτώσω, μα όσο και να ‘θελα δεν μπορούσα, ήταν αγέννητη μέσα μου η φλόγα της γης, μέχρι που το βέλο του Γαλαξία στοργικά με τύλιξε και η θέρμη μιας ζωντάνιας χαρίστηκε πάλι στα σπλάχνα μου.Επιτέλους, βρήκε η ψυχή μου νέο σώμα! Η πνοή των αιώνιων αιτιών, το Νερό, η Φωτιά, το Χώμα, ο Αιθέρας, τραγούδησαν τον υμέναιο της Μέρας και της Νύχτας, της Γυναίκας και του Άντρα, του Έρωτα και της Αγάπης, της Ζωής και πάλι του Θανάτου. Και να η εμπειρία του Αγαθού με έχτισε και ήταν πάλι μέσα μου ζωντανή. Άκουγα έβλεπα, έψεγα, γευόμουνα, μύριζα. Αισθανόμουν τη θύελλα. Ερωτεύτηκα τη θύελλα! Γεια σου Ζωή! Επτά ιστορίες ζωής που η μία χαρίζει στην άλλη τη ψυχή της.Επτά συγγραφείς που μοιράζονται τη δική τους άποψη στα μυστήρια των πέντε αισθήσεων.Επτά διαφορετικές ιστορίες, γεμάτες από τη λεπτή αύρα των Νυμφών που κινούνται μέσα από την προσωπική γραφή, στη σιωπηλή μαγεία της ζωής και του Θανάτου. Επτά ζωές, επτά ψυχές που περιφέρονται σαν σκιές στη σιωπή, σαν το αίμα που κυλάει στα βάθη του χρόνου και ψάχνει να ζωντανέψει το χαμένο πνεύμα.
Δημήτρης Βαρβαρήγος

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2009

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ ΡΟΥΚ



Κάπως έτσι η ποίηση συνάντησε την Κατερίνα Ρουκ, και γεννήθηκε ποιήτρια.

Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα

Η νέα ποιητική συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ τελειώνει με τους στίχους: "να φεύγουν τα περιττά λέω / να μπω στον ουρανό του τίποτα / με ελάχιστα".
Όλο το βιβλίο κινείται σε έναν ποιητικό χώρο όπου η ποίηση δεν είναι λέξεις απλά στολισμένες για να διαβάζονται, και να κερδίζουν εντυπώσεις. Γενικά η ποίηση είναι ένα αγαθό, αλλά η Ποίηση της Ρουκ έχει ένα επιπλέον θετικό, να ανταποκρίνεται σε μια ανάγκη, και διαβάζεται σαν απαραίτητη προϋπόθεση μιας τροφής που θρέφει τις σκέψεις μας.
Όλα τα ποιήματα ετούτης της συλλογής της λες και γράφτηκαν από την ανάγκη να απαντήσουν στο απεγνωσμένο ανθρώπινο ερώτημα του θανάτου.
Σαν βοήθεια στον φόβο του αγνώστου και στην ασαφή αιωνιότητα του χάους έρχεται η ποιήτρια να δώσει μέσα από τους στίχους τις δικές απαντήσεις. «Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς/ θα εφεύρει η ζωή/ ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης/ και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας».
Πράγματι η ποίηση έχει τη δύναμη να ζήσει κάποιος τη φυσικότητα της μόνο όταν είναι άρτια δομημένη και μακριά από ποιητικές υπερβολές και άδειες. Όταν παρουσιάζεται γυμνή και απέριττη, ταπεινή βαθιά στοχαστική και λαβωμένη από τα’ ανθρώπινα.
Ναι η ποίηση μπορεί κι αλίμονο αν δεν μπορούσε, να καταστεί χρήσιμη, να δώσει εξηγήσεις, να ξεσηκώσει συνειδήσεις, να αμφισβητήσει και να προσεγγίσει, να τη ζήσει κανείς αρκεί να είναι και να μιλάει για αλήθειες κι όχι με ρητορικά και φιλοσοφικά σχήματα που δεν καλύπτουν κενά αλλά ποίηση υπαρξιακή και καθώς η ύπαρξη είναι η αλήθεια μας, τότε μια υπαρξιακή ποιητική προσέγγιση θα μας κερδίσει. Γυμνή κι απέριττη όσο ποτέ, όπως η αλήθεια, ταπεινή και βαθύτατα λαβωμένη όπως το ανθρώπινο.
Έτσι, με αυτά τα στοιχεία, καταφέρνει πάντα η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ με τη δική της ποιητική εμμονή να μας μεταφέρει μέσα απ’ τον εσώκοσμο της, στο δικό της προσωπική ποιητικό κατάθεση συμμετέχοντας κι εμείς με τις λέξεις και τις έννοιες των στίχων της, στη δική της συμπαντική αιωνιότητα.

Η έννοια της ζωής για κείνη εκφράζεται με το στίχο:
«Το παν, οι εμπειρίες της ζωής, η ύπαρξη, η έκπληξη, ο πόνος που δοκιμάζεις».
Και για το σώμα, η δική της ποιητική άποψη:
«Ως κι ο Θεός αναγκάστηκε να στείλει ένα σώμα επί της γης να μαρτυρήσει για να πιστέψουμε σε Κείνον».
Από στίχους της ποιήτριας από τη συλλογή «Ωραία έρημος η σάρκα»:
Οι εραστές μας ήταν κακοί ποιητές/ το ξέραμε και τότε/ όμως σάρωνε ο αέρας/ του κάθε σερνικού τοπίου/ τους στίχους εκείνου/ και τους ξανάφερνε αλλαγμένους λες και μία άγια θεά/ τους είχε περιχύσει νόημα.

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2008

Λέσχη Ανάγνωσης στον Πολιτιστικό Πολυχώρο ΑΓΚΥΡΑ



Η λέσχη ανάγνωσης της Άγκυρας παρουσίασε το βιβλίο του Γιάννη Ξανθούλη
«Του φιδιού το γάλα»,.
Η συνάντηση του συγγραφέα με τους αναγνώστες έγινε
την Δευτέρα 02, Δεκεμβρίου, στις 19:00 μ.μ.
στον Πολυχώρο ΑΓΚΥΡΑ, Σόλωνος 124 & Εμμ. Μπενάκη.

Μόνο εγώ, η Ελένη Γκίκα δεν μίλησε για να μην καταχραστούμε το χρόνο του ανεξάντλητου Ξανθούλη. Έκανα λοιπόν μια μικρή εισήγηση λέγοντας ότι:
Δεν μπορώ να μιλήσω για έναν συγγραφέα και δη για κάποιον όπως ο Γιάννης Ξανθούλης.
Τη μοναδική γνώμη που έχω να εκφέρω είναι ότι είναι ανεξάντλητος, τον διαβάζω και πάντα βρίσκω στα κείμενα του κάτι ενδιαφέρον.
Ο Ξανθούλης είναι στη συνείδηση του κόσμου και δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις.
Όλοι έχουμε διαβάσει αν όχι όλα κάποια από τα βιβλία του και είναι απορίας άξιον πως καταφέρνει κάθε φορά να μας κερδίσει και να ακολουθούμε τα ταξίδια του.

Σήμερα είμαστε εδώ να μας μιλήσει για το βιβλίο του «Του φιδιού το γάλα».
Ο ίδιος ο συγγραφέας έχει χαρακτηρίσει αυτό το βιβλίο ως θρίλερ με βασικό σίριαλ κίλερ τα πληγωμένα μας αισθήματα, τα τραύματα της απόρριψης αλλά και τη γοητεία της αυτοκαταστροφής που ελλοχεύει μέσα μας περιμένοντας την ανάλογη καλή στιγμή για να εκδηλωθεί.

Δεν χρειάστηκε να πω περισσότερα, πήρε το λόγο κι επί μιάμιση περίπου ώρα μας μιλούσε με τόσο χιούμορ για όλα όσα αφορούν το γράψιμο και τη σκέψεις του.
Ήταν πραγματικά ένα υπέροχο απόγευμα.

Πέμπτη, 04 Δεκεμβρίου 2008




Πόσο θα ήθελα να ήμουν Άγγελος,
να άπλωνα τα φτερά μου να πέταγα μακριά.
Να καταργούσα το χρόνο.
Φαντάσου, να έσβηνα
κάποια νεκρά χρόνια απ` τη ζωή μου και
να συνέχιζα εκεί που θα ήμουνα ώριμη και
θα με ολοκλήρωναν οι πράξεις μου.


Να ακούω τη μουσική της Edith και
να περπατάω μέσα σ` εκείνη τη βροχή
που κάνει τη γη να αναδίνει ζωντανές οσμές.
Να εκθέτω το κορμί μου γυμνό
όπως τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού”.


(απ το βιβλιο: "το υστερόγραφο μιας συγνώμης ")

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2008


έγνοια μου
Τώρα που σ' άγγιξε η έμπυρη έγνοια μου
τώρα που η θέρμη της λύγισε τη σιωπή σου
πες στο θεό
πως είσαι κομμάτια άπ' τη δική σου ζωή.
Με τι δική σου φωνή φώναξέ Του
πως ψήγματα απ' τη ψυχή σου.
τη δική σου ψυχή
μου χάρισες
δβ 1998

Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2008

Ότι αγαπήσαμε πίσω έμεινε


προδημοσίευση

απόσπασμα από το βιβλίο

"ότι αγαπήσαμε πίσω έμεινε"


Αν η ζωή ξεκινάει με έναν πρόλογο, ας τον ονομάσουμε έτσι:
ΠΡΟΛΟΓΟΣ



Είμαι η Ζωή – Μαρία Μοντανάρη, η πρώτη κόρη του Χαράλαμπου και της Αθηνάς. Υπήρξα γυναίκα με αποφασιστικότητα, κληροδότημα μιας γέννας κρίσιμης. Δεν υπήρξα ποτέ υποκατάστατο ενός ρόλου που έπρεπε να παίξω, γιατί παρ’ όλη τη φτώχεια, τον πόλεμο, την κατοχή, την ορφάνια, την απόλυτη ανέχεια και τη συμφορά η ζωή μου παραχώρησε τη ζεστή αγκαλιά της για να μεγαλώσω με συνθήκες προσφοράς και αγάπης στους άλλους.
Βλέπεις η αγάπη, η αληθινή αγάπη έχει τόση δύναμη που μπορεί να σε εξευτελίσει όπως και η αρρώστια. Καιροφυλαχτούν και τα δυο προετοιμάζοντας την καταστροφή σου. Σε πολλές δύσκολες στιγμές αναρωτήθηκα μήπως τελικά η αγάπη είναι κάποια αρρώστια και δεν το’ χω καταλάβει; Μήπως ένας θάνατος, αν δεν την αφήνεις να ενεργεί ελεύθερη; Ο περίγυρος, η εξουσία, ο έρωτας, η σχέση, η αγάπη όλα περνούν απ’ τον προσωπικό αφορισμό της ζωής. Και ο θεός το μοσκιό έπλασε τους ανθρώπους κατ΄ εικόνα και ομοίωση με Του, αποδεικνύοντας πως είναι δημιουργός όλων των άσχημων συμπεριφορών, αμαρτιών, δολοφονιών και απάτης. Τέλος πάντων όλων των συμφορών. Ω! θεέ μου, συγχώρεσε τα λόγια μου, αλλά πρέπει να έχεις αποτύχει με τους ανθρώπους. Σίγουρα το ξέρεις και γι αυτό μένεις μακριά τους όταν σε χρειάζονται.
Ίσως ξέρεις κι εσύ αυτό που συμβαίνει σε ορισμένους ανθρώπους σαν και μένα ας πούμε που προσπάθησα να αντιμετωπίσω σοβαρά τη ζωή, μα που ποτέ όμως δεν απόκτησα τον έλεγχό της. Και ποιος ελέγχει τη ζωή του; Εκεί που νομίζεις πως όλα έχουνε στρώσει έρχεται κάτι να ξαφνιάσει τα πάντα. Αρκεί μια άτυχη επιλογή, το χειρότερο μια μαλακισμένη αρρώστια για έρθουν τα πάνω κάτω…
Μη απορείς και μην τρομάζεις, δεν έχω τίποτα… Κοιτάς που τρέμουν τα χείλια μου;.. τώρα ποια καμία συγκίνηση περασμένη δεν μπορεί να με λυγίσει… Αχ! να μπορούσα ν’ ανάψω ένα τσιγάρο, να άντεχα να το καπνίσω μέχρι τέλος…
Μπορεί πια να μην αντέχω το τσιγάρο αλλά πάντα βρισκόμουνα εδώ, παρούσα ακολουθώντας πιστά όσα έπρεπε να υπηρετήσω στη ζωή μου.
Αχ! πολλά φορτώνουν στις πλάτες μας. Από μικρά παιδιά πρέπει να σέρνουμε μέσα μας μνήμες, από εκείνες τις όμορφες μέρες που δεν θα ξαναβρούμε πια.
«Έχεις ιταλιάνικο αίμα», μου φώναζε ο πατέρας μου σαν να τραγουδούσε ταραντέλα, και η μάνα μου με το αχνό χαμόγελο που έμοιαζε να γράφει επάνω στο πρόσωπο της όλη την περηφάνια του κόσμου απαντούσε: «Τρελέ ιταλέ και το ελληνικό το ίδιο χρώμα έχει, τα ίδια αισθήματα τρέφει και γεννάει στους ανθρώπους».

Έτσι βρέθηκα ξαφνικά μέσα σε ένα είδος κόσμου παράξενου. Τότε δεν γνώριζα και προσπαθούσα να τον μάθω, πάλεψα, πίστεψα μέχρι που χάθηκε από μέσα μου η έννοια του ανθρώπινου μυστηρίου.
Μεγαλώνοντας είδα πολλούς να ξεθάβουνε την κακία τους, οι σχέσεις δεν είχαν πια συναίσθημα, ήταν μόνο σχέσεις γεύσης και τροφής. Αν σε δοκίμαζαν ν και τους άρεσες θα σε τρώγανε.
Ήξεραν τις ανάγκες μου, έβγαζα τα μάτια μου μ’ αυτά τα κεντήματα, βελονιά τη βελονιά, σχεδόν δεν κοιμόμουνα τα βράδια να προλάβω τη δουλειά για εκατόν είκοσι δραχμές και μου προσφέρουν μόνο τριάντα, ας είναι και μ’ αυτά θα τη βγάλουμε, έλεγα. Θα σου αγοράσω μέλι και γάλα, ν’ αλλάξεις λίγο γεύση από τη στρατιωτική μαρμελάδα που φέρνει απ’ το ΠΟΒΑ ο πατέρας σου.
Έψαχνα να καταλάβω τις ψυχές μας μέχρι που αναρωτήθηκα τι είναι ψυχή. Μήπως ένα βάρος που κυοφορείται μέσα μας για να μας θυμίζει πόσο ευάλωτοι είμαστε στ’ αλήθεια και να γεμίζουμε αγωνία;
Μήπως είναι μια άλλου είδους μητρότητα που σαν άυλο ον βρίσκεται χωμένη στο βάθος της ουσίας μας; Στη πορεία της ζωής μας ψάχνουμε να βρούμε αυτό το άυλο ον και δεν ξεχωρίζουμε ότι το γεννάμε κάθε μέρα, κάθε φορά με τις πράξεις μας.
Εγώ κατάλαβα πως ψυχή είναι τελικά το αποτέλεσμα των πράξεων μας. Αυτή μας χαρίζει την ευτυχία της αξιοπρέπειας ή την κατήφεια από τις άχρηστες συμπεριφορές μας.
Αυτό που μου άφησε η ζωή είναι πως τελικά ποτέ κανέναν δεν αγαπάμε. Αγαπάμε στον άλλον την εικόνα που χτίζει η φαντασία ή οι ανάγκες μας. Αυτό που νομίζουμε ότι αγαπάμε είναι η δική μας κατασκευή και στην ουσία δεν αγαπάμε παρά μόνο τον εαυτό μας.
Άκουσε λοιπόν πως έχουνε τα πράγματα…



Τρίτη, 24 Ιουνίου 2008

ΑΠΡΟΣΜΕΝΟ ΘΑΥΜΑ

ανέκδοτο διήγημα, δημοσιεύτηκε στο 8ο τεύχος του λογοτεχνικού περιοδικού "ρώγμές"



“Είναι θαύμα η γαλήνη των τετριμμένων συνηθειών”. Θυμάμαι τα λόγια σου και κλαίω. Θυμάμαι εκείνα τα αγαπημένα μου
πρόσωπα, αυτά που είχαν κάνει τη ζωή μου μαγική και κλαίω στην ξαφνική απουσία τους.
Θυμάμαι, εκείνον το νωχελικό Σεπτέμβρη, εκείνη τη γλυκιά εποχή που μου έλεγες πως την αγαπάς γιατί είναι η πιο ερωτική,
είχαμε πάει στο Δημαρχείο, μόνοι μας κρυφά απ’ όλους, να παντρευτούμε. Από τη ταραχή σου είχες ξεχάσει να πάρεις τις βέρες.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ την αγωνία που είχε η φωνή σου, “ξέχασα… ξέχασα τις βέρες” πρόφερες δειλά και κοίταξες από ντροπή το
σκύλο σου που έστεκε στα πόδια μας και μας παρακολουθούσε αδιάφορος κουνώντας την ουρά του και γρυλίζοντας απολογητικά
σαν να έλεγε, “εγώ δεν έκανα τίποτα”.
Κατόπιν, με κοίταξες με μία αθώα αφέλεια στο βλέμμα περιμένοντας την αντίδρασή μου. Πόσο χαριτωμένες ήταν οι αντιδράσεις
σου. Γέλασες κι εσύ με την καρδιά σου, όταν με είδες να γελάω γεμάτος έκπληξη. Έλαμπες, φρέσκια και όμορφη με αφράτα χείλια
και κατάλευκα δόντια. Κι αυτά τα λακκάκια που έσκαβαν τη βελούδινη επιδερμίδα σου!..
Κακό αυτό που λέω, σίγουρα δεν μου επιτρέπεται, αλλά καλύτερα που δεν ζεις σαν κι εμάς μέσα στα κουρέλια. Θα ήταν αδικία
τόση ομορφιά να βασανίζεται από τον πόνο και την ασχήμια και η σάρκα σου να είναι σαπισμένη από τη ραδιενέργεια.
Τώρα έχω βγάλει τη βέρα από το χέρι μου. Με καμένη σάρκα είναι επίπονο να τη φοράω. Την έχω κρεμασμένη σε ένα καρφί
απέναντί μου και τη βλέπω συνέχεια. Αισθάνομαι όπως τότε που τράβηξα το πέπλο από το πρόσωπο σου και σε φίλησα. Είχες
ντραπεί, σε έπιασε λόξυγκας, εκείνος που σε έπιανε όποτε ντρεπόσουνα… Τότε δεν πίστευα στα θαύματα. Τώρα, ειδικά τώρα ξέρω
πως ήσουνα ένα θαύμα, ένα αληθινό θαύμα.
Ο Πάρις, ο γιος μας βήχει. Δεν ξέρω τι να κάνω, πώς να τον βοηθήσω. Τελικά, η απόγνωση που νιώθω είναι γιατί γνωρίζω, πως
τίποτα δεν μπορώ να του προσφέρω έτσι που καταλήξαμε σαν τρωκτικά μέσα σε αυτή τη βρώμικη τρύπα ένα μέτρο κάτω από τη γη.
Ευτυχώς που το σύστημα της μνήμης έχει χαλάσει και δεν θυμόμαστε αρκετά απ’ όσα μας συνέβησαν γιατί θα μας πονούσαν
αφόρητα. Ίσως αυτή, η αμνησία, να είναι η πιο σπουδαία άμυνα του οργανισμού μας, αλλιώς δεν θα αντέχαμε να ζήσουμε αυτή
την κατάντια.
Να! Τώρα χαμογελάει. Μέσα από τα κουρέλια που είναι τυλιγμένο το πρόσωπο του, δεν φαίνεται, μα αντιλαμβάνομαι ένα μικρό
χαμόγελο που του φέρνουν τα πρόσκαιρα διαλείμματα επανάκτησης της μνήμης του. Κι ευτυχώς που οι επανακτήσεις αυτές
είναι πρόσκαιρες, γιατί όσες φορές συνέβη να κρατήσουν περισσότερο και να γεμίζει από τις εικόνες των αγαπημένων του
ανθρώπων τού γεννούσαν πόνο και οδύνη παρά ευτυχία. Ίσως αντιλαμβάνεται το μέγεθος της συμφοράς και της μοναξιάς του
καθώς και του δύσκολου αγώνα που έχει να δώσει για να επιβιώσει.
Τα χείλια του τρεμοπαίζουν ξεσπώντας επάνω στα κουρέλια κάποιες πνιχτές φράσεις. Συνήθεια που απόκτησε μετά τη μεγάλη
έκρηξη για να σκοτώνει τη μοναξιά του συνομιλώντας πολλές φορές ακόμη και δυνατά με τον εαυτό του.
Πρέπει να του ξαναβρώ μερικά πορτοκαλί χάπια, λένε έχουν πλούσια συστατικά πρωτεΐνης, λένε πως κάνουν θαύματα, αυτά
σίγουρα θα τον δυναμώσουν. Δύσκολη η απόκτηση τους, τα έχουν στην κυριαρχία τους οι κανίβαλοι των υπονόμων. Μόνο
αν βρω κάποιον σύνδεσμο κι ανταλλάξω αυτά τα δύο λευκά χάπια που μου απομείνανε με τα συνθετικά μεταλλικά στοιχεία
και άλατα. Έμαθα πως κάνουνε σαν τρελοί να γευτούνε ένα τέτοιο χάπι, αφού για να συντηρηθούν πίνουνε ακόμη και τα ίδια
τα ούρα τους, προκειμένου να μην πίνουν μόνο τα χημικά απόβλητα.
Αν δεν είχα την υποχρέωση του μικρού μου θα ήξερα πώς να γλιτώσω τη ζωή μου από ετούτη τη συμφορά. Όμως έχω
ευθύνη απέναντί του και στο όνομα αυτής της πατρικής αγάπης αναγκάζομαι να γίνομαι σκληρός και έτοιμος να σκοτώσω
μέσα στα χαλάσματα όποτε τυχαίνει να συναντήσω άνθρωπο που να κατέχει κάποιον φαγώσιμο οργανισμό. Ένα σκουλήκι,
ένα φίδι, κανένα ποντίκι ή κατσαρίδα ακόμη,
για να το δώσω να το φάει ο μικρός μας και ν’ αντέξει μια μέρα ίσως πάρα πάνω.
Τις τελευταίες μέρες του έχει ανέβει πολύ ο πυρετός, ψήνεται. Στην απόγνωση μου σκέφτομαι, πως
αν έπεφτε στα χέρια μου ένας από αυτούς τους βέβηλους που οδήγησαν τον κόσμο στον όλεθρο θα τον έτρωγα
ζωντανό, όπως κάνουνε οι κανίβαλοι στους υπονόμους. Μωρέ! Τους παραδέχομαι… Πρέπει να ειδοποιήσω το φίλο
μου τον Αίολο, μόνο αυτός μπορεί να μου βρει τα πορτοκαλί χάπια. Είναι η τελευταία μου ελπίδα. Θα του δώσω
αυτό το πικρό κομμάτι ρίζας από ελιά να το ανταλλάξει μπας και κάνα θαύμα κάνει τον Πάρι μου να επιβιώσει λίγο ακόμη.
Ο πυρετός πάλι ανέβηκε, ψήθηκε. Ντελίριο έπιασε το μικρό μου και παραμιλούσε. Σε φώναζε με τ’ όνομα σου, αγαπημένη μου.
Πρέπει να έχει νυχτώσει απ’ όσο μπορώ να υπολογίσω από τις ώρες που πέρασαν γιατί έτσι κι αλλιώς τώρα και οι μέρες είναι
σκοτεινές από τον καπνό που έχει τυλίξει τον ουρανό. Δύο χρόνια λένε έχει να βγει ο ήλιος. Τους πιστεύω, αφού έτσι η αλλιώς
έχω χάσει το χρόνο κρυμμένος μέσα στη τρύπα μου ν’ αποφύγω όσο γίνεται τη μαύρη σκόνη που έχει απλωθεί σαν χιόνι.
Παντού στάχτη κι αποκαΐδια από ανθρώπους, ζώα και σπίτια. Όλα σκεπασμένα από πυκνή σκόνη που τρυπάει τα σωθικά.
Κάτι ακούω, επιτέλους θα γύρισε ο Αίολος… Παναγία μου! ας έχει τα χάπια. Τώρα έχει πάλι ησυχία, λες να είναι κανένας
βάνδαλος που κλέβει τρύπες; Καλύτερα να πάρω το μαχαίρι να είμαι έτοιμος ν’ αμυνθώ αν χρειαστεί. Μα αν ήτανε κλέφτης
δεν θα χτυπούσε το τσίγκο… Ο Αίολος θα είναι, πρέπει να του ανοίξω. Από την ασιτία ο τσίγκος μού φαίνεται πως βάρυνε,
ανάθεμα τον. Άνοιξα, σκοτάδι, μια αχνή άγνωστη σκιά μόνο ξεχωρίζω. Τρομάζω για μερικές στιγμές, ώσπου ξεχωρίζω μια
γυναικεία όψη που δεν είχα ξαναδεί. Άναψα τα δύο εκατοστά φυτίλι από τις τελευταίες σταγόνες κεριού που είχαν απομείνει.
Πράγματι στο τρεμάμενο και αμυδρό φως είδα την όψη μιας γυναίκας. Ήταν νέα, την κατάλαβα από το γλυκό βλέμμα των
ματιών της. Ήταν σαν την ηρεμία της παλιάς πανσέληνου, που έσταζε έρωτα. Τρεμούλιασα, ήταν όπως τότε, εκείνο το γλυκό
φθινόπωρο που σε γνώρισα κι ο έρωτας απλώθηκε στη γη για να μας κατακτήσει.
Την κοίταξα πολύ ώρα με το μαγεμένο βλέμμα μου να απλώνεται επάνω της σαν χάδι να την αγγίξει, να την χαϊδέψει, το είχα
ανάγκη αυτό το χάδι. Απ’ τις καλές ημέρες της ζωής μου είχε η ματιά μου να χαρεί γυναικεία σάρκα. Δύο χρόνια τώρα είχα
ξεχάσει τον έρωτα την αγάπη. Η ανάγκη για επιβίωση περιέκλειε μέσα της όλα τα στοιχεία της βίας με όλες τις ακραίες μορφές
της και τίποτα άλλο, κανένα ίχνος στοργής και τρυφερότητας δεν υπήρχε ανάμεσα σε όσους επιζήσαμε. Όμως, πρέπει να ένιωσε
στη σάρκα της τη λαχτάρα μου. Έλαμψαν τα μάτια της μέσα από τις δύο μοναδικές τρύπες των κουρελιών που είχε τυλιγμένο,
παρ’ όλα αυτά, με γυναικεία επιμέλεια το πρόσωπο της. Χαμογέλασε δειλά, αλλά δεν φάνηκε τίποτα, κανένα γλυκό συναίσθημα
δεν εμφανίστηκε,
μόνο ένα κουρελάκι λύθηκε απ’ τη προφανή σύσπαση του προσώπου της και κρεμάστηκε μπροστά στο πηγούνι της. Για λίγες
στιγμές κοιταχτήκαμε και ταξιδέψαμε. Ένα θαύμα, ένα αληθινό θαύμα είναι ο έρωτας, νιώσαμε για λίγο το όνειρο, όπως τότε που
υπήρξαμε άνθρωποι και το είχαμε ανάγκη. Χαθήκαμε, σκορπιστήκαμε μέσα στη καταθλιπτική σκοτεινιά αφήνοντας επάνω στις
στάχτες χνάρια από μιαν αγάπη που μόλις άρχιζε.
-Ποια είσαι; Τι θέλεις εδώ; Τι θες από μένα; ρώτησα αρκετά ταραγμένα.
Χωρίς να μιλήσει άπλωσε το χέρι της και μου πρόσφερε ένα μαραμένο αχλάδι. Απόρησα, μήπως δεν έβλεπα καλά μέσα στη
σκοτεινιά, αναρωτήθηκα και κοίταξα καλύτερα. Όχι, καλά είχα δει, ήταν ένα αχλάδι. Αυτό κόστιζε μια ολόκληρη περιουσία.
Από ένα του μόριο να μοίραζε, κάλλιστα θα γινόταν βασίλισσα κι εκείνη μου το έδινε.
-Γιατί; Γιατί σε μένα; ρώτησα.
Χωρίς να μιλήσει επέμενε να κρατάει το χέρι της, που έτρεμε, τεντωμένο. Θες λίγο από την παράτολμη προσφορά, την
αδυναμία, λίγο από την ταραχή της μαγείας που οι ματιές μας είχαν ενωθεί, λίγο από τον αδιόρατο φόβο που χαρίζει η
εξιχνίαση, πάντως έτρεμε και μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Αυτή την αξιοπρέπεια που χαρίζει η ευγένεια είχα να τη νιώσω
από άλλον άνθρωπο πολύ καιρό και μου άρεσε. Μου ξυπνούσε όσα καλά αισθήματα είχαν απομείνει ακόμη μέσα μου ζωντανά.
-Πέρασε μέσα, είναι επικίνδυνο για τη ζωή σου να εμφανίζεσαι ακάλυπτη, άμα κανένα μάτι σε πάρει να κρατάς αυτό το…
θα σε σκοτώσει για να το πάρει.
Έπιασα τα κουρέλια της από τους ώμους και την τράβηξα με δύναμη μέσα στη τρύπα μου. Δεν ήταν βαριά κι έπεσε επάνω
μου, στριμωχτήκαμε, μα ένιωσα το κορμί της να καίει και την καρδιά μου να χτυπάει. Τη στιγμή που τα πρόσωπα μας ήρθαν
κοντά και θέλησα να την δω καλύτερα, τελείωσε το κερί κι έσβησε η φλόγα του. μείναμε στη θλιβερή καταχνιά του σκοταδιού.
-Είμαι άτυχος, ήρθες τόσο κοντά μου και δεν θα μάθω ποτέ το πρόσωπο σου. Το πρόσωπο μιας γυναίκας που θέλει να…
Αλήθεια, γιατί μου δίνεις το αχλάδι;
-Έμαθα πως έχεις ένα παιδί άρρωστο… Το έχεις ανάγκη λοιπόν, πάρε το, ψέλλισε.
Την ένιωσα που σπαρταρούσε σαν ψάρι και δεν άντεξα να περιμένω. Άπλωσα το χέρι μου κι άρχισα μέσα στο σκοτάδι σαν
τυφλός να ψηλαφίζω το πρόσωπο της. Έσκυψε το κεφάλι της σαν να με διευκόλυνε, όταν βάλθηκα με περίσσια προσοχή σαν
ιεροτελεστία να ξετυλίγω τα κουρέλια που ήταν σφιχταγκαλιασμένα γύρω απ’ το πρόσωπο της.
-Τι κάνεις; ψιθύρισε με κλονισμένη φωνή, όμως, σπαρακτικά τρυφερή.
Άγγιξα με προσοχή τα χείλη της, ένιωσα τις βαθιές χαρακιές τους. Τραβήχτηκε σαν από ντροπή, αλλά κατόπιν τα δάχτυλα
της άρχισαν να ψηλαφίζουν και τα δικά μου σκασμένα χείλια.
-Επιτέλους, άνθρωπος! Πρόφερε μέσα σε έκσταση.
Για κάμποση ώρα μείναμε με τις άκρες των δακτύλων μας να χαϊδεύει ο ένας τα χείλια του άλλου μέσα στο ξεχασμένο πια
συναίσθημα της αγάπης. Όταν επιχείρησα μερικές φορές να την φιλήσω έστρεφε το πρόσωπό της.
-Γιατί δεν με αφήνεις να σε φιλήσω;
-Ένα στόμα χωρίς δόντια, πρόφερε με θλιμμένη φωνή.
-Κανείς μας δεν έχει, τόλμησα χαμογελώντας πικρόχολα κι άρχισα να ξετυλίγω τα κουρέλια κι από το δικό μου κεφάλι.
Με βοήθησε. Τα χέρια της ήταν ανάλαφρη σαν αγιάζι. Ανατρίχιασα.
Μείναμε με γυμνά κεφάλια, ακούμπησα το πρόσωπό μου στο πρόσωπο της. Οι σάρκες μας ήταν ξεφλουδισμένες, σκληρές
και σε πολλά σημεία τους αιμορραγούσαν, μα νιώθαμε όμορφα και μαγικά στην αθόρυβη ένωση.
-Πρέπει να είσαι πολύ όμορφη κι ας μη σε βλέπω, σε νιώθω, σε αισθάνεται η καρδιά μου, είσαι ένα θαύμα που δεν περίμενα
να φανεί, πρόφερα σβησμένα επάνω στα χείλια της και με την άκρη της γλώσσας μου γεύτηκα της πληγές τους.
Το ίδιο έκανε κι εκείνη για μια στιγμή προφέροντας συνάμα μέσα στο στόμα μου.
-Άνθρωπος, και μου έβαλε το αχλάδι μέσα στη χούφτα.
-Πάρε το αχλάδι… το έχει ανάγκη.
-Δεν έχω τίποτα να σου δώσω σε αντάλλαγμα, πρόσθεσα.
-Μου έδωσες, απάντησε εκείνη με τόνο που δεν χωρούσε αμφισβήτηση.
Κατόπιν άρχισε να τυλίγει τα κουρέλια στο κεφάλι της
-Τι σου έδωσα; ρώτησα απορημένα.
Με ένα επιδέξιο τίναγμα βρέθηκε έξω από το λάκκο μου.
-Που πας; Μείνε λίγο ακόμη, φώναξα ταραγμένος.
-Τα θαύματα λίγο διαρκούν… Ευχαριστώ! ψέλλισε απλά και ξαφνικά ανάλαφρη σαν αγέρι εξαφανίστηκε μέσα
στο σκοτάδι όπως είχε εμφανιστεί.
-Ούτε το όνομα σου δεν ξέρω, μονολόγησα με απογοήτευση όχι δυνατά αλλά μέσα στην ησυχία φαίνεται πως με άκουσε.
-Ζωή, με λένε, όπως τότε… θυμάσαι; μου φώναξε και μετά απόλυτη σιωπή.
Όταν μετά από λίγο καταλάγιασε ο οργανισμός μου, ο Πάρις, αλίμονο, είχε ήδη ξεψυχήσει, χωρίς να προλάβει να φάει
το αχλάδι. Η οδύνη έκοψε την ανάσα μου. Τόσο καιρό περίμενα ένα θαύμα, μόλις το κράτησα στα χέρια μου και δεν
πρόλαβα να του το προσφέρω. Δεν είχα δάκρια πια, είχα στερέψει. Έμεινα μόνος και σιωπηλός. Μετά από λίγο, κατά ένα
περίεργο τρόπο ένιωθα ελεύθερος, επιτέλους τώρα θα μπορούσα να πεθάνω κι εγώ ήσυχος, να γλιτώσω αυτό το μαρτύριο.
Πρώτα όμως έπρεπε να βρω τη Ζωή να της επιστρέψω το αχλάδι.
Βγήκα έξω με ατύλιχτο κεφάλι, μερικές σταγόνες όξινης βροχής πέφτανε στο πρόσωπο μου. δεν με ένοιαζε που έτσουζαν
οι πληγές μου.
«Βρέχει μετά από έξη μήνες!… Ίσως να έφτασε το φθινόπωρο!», άκουσα κάτι ψίθυρους πίσω μου.
Μετά σκοτάδι…

Παρασκευή, 04 Απριλίου 2008

Η ΖΩΗ ΔΕΝ ΡΩΤΑΕΙ

Το διήγημα "η ζωή δεν ρωτάει" παρουσιάστηκε στον "Ριζοσπάστη" την Κυριακή 28 Μαρτίου 2008


Η ΖΩΗ ΔΕ ΡΩΤΑΕΙ

Το γέλιο και το κλάμα, είναι δυο σπασμοί που μοιάζουν. Στα χρόνια μαθαίνεις πόσο απόλυτα όμοια είναι αυτά τα δυο. Πως προέρχονται από την ίδια πηγή, την ψυχή. Χαρά και πόνο δυο αίτια ζωής. που σαν σαλτιμπάγκοι προσφέρουν τις στιγμές τους πλημμυρίζοντας τα μάτια δάκρια και τα πρόσωπα με ρυτίδες χαραγμένα.
Πόσα δεν υπόσχονται αυτά τα πρόσωπα ν’ αποκαλύψουν. Ένα ενδιαφέρον, μα άγνωστο πάντα μέλλον, γεμάτο μυστικά όμοια με αυτά που υπάρχουν στις αράδες ενός χιλιοτσαλακωμένου βιβλίου απ’ τις επαναλήψεις.
Είναι κι αυτά, τα μυστικά, φυλαγμένα σαν τις μεγάλες αγάπες που ζούνε αιώνια μόνο μέσα σε κιτρινισμένα φύλλα.

Ο Μαρκέζε Φερνάντεζ, άφησε πίσω μάνα ανήμπορη, σχεδόν ετοιμοθάνατη που δεν ήξερε αν στην επιστροφή του θα τη συναντούσε ζωντανή. Όμως έπρεπε να φύγει, έπρεπε να κερδίσει χρήματα, αυτά τα ξεφτιλισμένα χρήματα που έχουν τέτοια δύναμη να γεννούνε ακόμη και τη σαγήνη σε μια γυναίκα γι αυτόν που θα της προσφέρει τα οφέλη τους. Κι αυτός, με μια μεγάλη δόση τρέλας τη λαχταρούσε, την αγαπούσε παράφορα.
Είχε υποσχεθεί στον εαυτό του να γίνει πλούσιος μήπως και κατάφερνε να κερδίσει την καρδιά της μικρής Ίλβα Πουένσο, που γνώριζε πόσο της άρεσε η καλή, η πλούσια ζωή.
«Η ζωή μου ανήκει και θέλω να τη ζήσω όπως μου αρέσει. Να της ρουφήξω το μεδούλι. Δεν αντέχω τις μιζέριες. Φτάνει πια!».
Αυτά τα λόγια του είχε τονίσει μόλις στο ξεκίνημα της εφηβείας της με το γνωστό θράσος της ανενδοίαστης νιότης, αλλά ταυτόχρονα και τόσο αληθινή η επιθυμία της για ζωή που άμβλυνε στα σωθικά της συνείδησης του κάθε αντίδραση, όταν εκείνος της είπε έτσι απλά, πως την αγαπάει.
Κατόπιν βυθισμένος στην απογοήτευση σκεφτόταν πως δεν είχε άλλο όπλο να προβάλει ενάντια στην επιθυμία της για πλούτο εκτός από την επιθυμία του να την κάνει δική του. «Στον έρωτα μπροστά όλοι είμαστε αδύναμοι», ψέλλισε μέσα στα δόντια του και κατέληξε. «Θα γυρίσω!».
Στη στιγμή πήρε την απόφαση να μπαρκάρει. Τόσοι και τόσοι φίλοι και γνωστοί του το είχαν κάνει προηγούμενα. Μια εποχή είχε αδειάσει η γειτονιά από άντρες. Και τώρα κι εκείνος είχε ανάγκη να ξεφύγει απ’ τη μιζέρια, αλλά ο μοναδικός δεσμός με την ανήμπορη μάνα του τον είχε κρατήσει κοντά της για να φροντίζει τις ανάγκες της.
Όμως αυτή η φτώχεια ήταν η αρρώστια που τους έδερνε αλύπητα κι έπρεπε πάση θυσία να διώξει από πάνω τους. Και η Ίλβα του έδινε την αφορμή να κάνει το πρώτο βήμα στη φυγή του. Εκείνη η μικρή του άνοιγε την πόρτα για μια καινούρια ζωή που δεν είχε σκοπό να ξεκινήσει αν δεν έφευγε.

Είκοσι έξι γεμάτα χρόνια διαφορά είχαν, ο Μαρκέζε Φερνάντεζ και η Ίλβα Πουένζο, αλλά εκείνη έδειχνε έτοιμη γυναίκα και στο σώμα και στη σκέψη. Λες και το χέρι του θεού είχε επέμβει προσεκτικά επάνω της και γέμισε το μυαλό της εξυπνάδα και σμίλεψε ένα αλαβάστρινο κορμί που επάνω του θ’ ακουμπούσε το πεπρωμένο της. Και πράγματι αυτή η εξαίσια ομορφιά έδειχνε πως είναι προορισμένη για κάτι ξεχωριστό που κανείς δεν μπορούσε να υπολογίσει ακριβώς τι θα ήταν αυτό που της έταζε η μοίρα. Ή μήπως, η πραγματικότητα θα την οδηγούσε στην αποκλειστική προοπτική, όπως τα περισσότερα κορίτσια της παραγκούπολης, να ικανοποιεί κι αυτή φτωχές ηδονές σε τυχαία πέη.
Από παιδούλα άκουγε ο Μαρκέζε Φερνάντεζ τη φωνή της να ξεσηκώνει τη γειτονιά, όταν όλα τα παιδιά ξεχύνονταν να παίξουν στα χωμάτινα δρομάκια γύρω από τις παράγκες και λιγωνόταν από την ανάγκη να την κοιτάζει και να μη χορταίνει την παρουσία της.
Τον τρέλαινε αυτό το θεϊκό χάρισμα της, η παιδιάστικη όσο και αισθησιακή χάρη να φέρεται ενστικτωδώς για το που υπάρχει το συμφέρον της.
Η παρουσία της σαν βρώμικη σκέψη τρύπωσε μέσα του, μόλυνε την καρδιά του κι ωρίμαζε σαν ανάγκη να κερδίσει την εμπιστοσύνη της και να την κάνει δική του, όσο αυτό το πρόωρα ανεπτυγμένο μικρό κορίτσι φανέρωνε επιδεικτικά μια πλούσια θηλυκότητα, φαινομενικά τουλάχιστον ακόμα άδολη, τόσο αυτή η ανάγκη του μεγάλωνε και γινόταν μοχθηρά απαιτητική.
Άρχισε να τη θυμάται από την ηλικία των επτά χρόνων της καθώς δυο πρόωροι μυτεροί και τρυφεροί καρποί φύτρωσαν επάνω της επιδεικτικά σαν να προειδοποιούσαν, πως το αίμα που κυλούσε στις φλέβες της θα στροβιλιζόταν αφρισμένο μέσα στις ηδονές που θα έρχονταν.
Από τότε άρχισε να τη βλέπει σαν γυναίκα που μπορούσε να τη χρησιμοποιήσει, όπως όλες οι γυναίκες που είναι ταγμένες να φροντίζουν, να υπηρετούν και να πιστεύουν έναν πλούσιο άντρα.
Μετά, όσο περνούσε ο καιρός και μεγάλωνε, αναγνώρισε ο Μαρκέζε Φερνάντεζ, πως έκρυβε μέσα της μια απρόβλεπτη συμπεριφορά μια πονηριά κι ένα πείσμα γυναίκας έμπειρης. Το βλέμμα της είχε μια ανυπότακτη πονηριά σαν αρπακτικού ζώου που ακόμη και μέσα στην ηρεμία του λαμπύριζε έντονα σαν φλόγα μια ανεπιφύλακτη αμφιβολία. Αυτή η φλόγα της αμφιβολίας ήταν που έκανε τα αμυγδαλωτά μάτια της αδιαπέραστα. Όμως, μαζί με την ηλικία της Ίλβα μεγάλωνε μέσα του μια απίστευτα σκληρή ζήλεια, ειδικά όταν την έβλεπε να μιλάει με άλλα αγόρια ή με κάποιους άντρες που μάθαιναν για την ομορφιά της κι ανέβαιναν από τις φυτείες καφέ του Σάο Πάολο και της χάριζαν εσώρουχα προκειμένου να τους αφήσει να πιάσουν λίγο τη σάρκα της. Εκείνη τα έπαιρνε ανενδοίαστα, σκασμένη στα γέλια κι ο Μαρκέζε Φερνάντεζ έπαιρνε όρκους πως μια μέρα θα την σκότωνε, αν τελικά δε την κέρδιζε.

Ούτε μια μέρα δεν άφησε που να μην της γράψει στα τρία χρόνια που έλειπε για τα όνειρα και τις ελπίδες του. Για τον πόθο του να επιστρέψει με πολλά ρεάλ και να ζήσουν μαζί με άνεση. Είχε μαζέψει αρκετά ώστε να της προσφέρει τα πάντα και να της φροντίζει το κορμί σαν κήπο που κατόπιν θα του πρόσφερε τα αρώματα του.
Δικό της γράμμα δεν έλαβε ποτέ, γιατί ποτέ δεν τόλμησε να στείλει ούτε καν ένα από αυτά επειδή τρόμαζε μπροστά στην απόρριψη της. Ένα κουτί είχε γεμίσει με σκέψεις, παρακάλια, τάματα και όνειρα που θα ήθελε να ζήσει μόνο μαζί της. Αλλά και τι, να της έλεγε, πως τη σκέφτεται, πως την αγαπάει, γιατί; για να πάρει την ίδια απάντηση μέσα από ένα αναιδές γέλιο. «Σου είπα, θέλω να ζήσω πλούσια ζωή!».
Θα έκανε λοιπόν υπομονή, θα ανεχότανε τα πάντα, δεν θα χαλούσε ρεάλ, ούτε ένα σεντάβος, το μόνο που είχε να κάνει ήταν να περιμένει τα γυρίσματα της ζωής και το πότε θα έπεφτε στην ανάγκη του. Τότε θα έπρεπε με τα χιλιάδες ρεάλια του να είναι έτοιμος να αναλάβει τη ζωή της, να χειριστεί το κορμί της, να πατήσει τη ψυχή της που σαν τρελός ποθούσε.

Ποιος περίμενε όμως πως θα μείνει σακάτης μόλις στα σαράντα του, στο πρώτο κιόλας αναγκαστικό μπάρκο. Ένας κάβος έσπασε και του έκοψε το δεξί πόδι σίρριζα απ’ το γόνατο.
Από τότε ο μοναχικός Μαρκέζε Φερνάντεζ, πέθανε και η μάνα του έξι μήνες μετά τη φυγή του, κάθε πρωί κάθεται στην αυλή του στην ίδια θέση και ταΐζει ψίχουλα τα περιστέρια του, τα μοναδικά πλάσματα που συναναστρέφεται και μιλάει μαζί τους.
Μα εκείνος είχε τις δικές του σκέψεις και προετοίμαζε τα δικά του σχέδια. Απλά περίμενε την αφορμή που θα τα έβαζε σ’ εφαρμογή.
Ήταν κουτσός και γι αυτή την αιτία, έτσι του είπε, δεν τον ήθελε η Ίλβα. Πουένσο. Αυτή η σκέψη τον έπνιγε και τον βύθιζε στην κατάθλιψη. Η μόνη ευχαρίστηση που ένιωθε ήταν να στέκεται κρυμμένος πίσω από το παράθυρο του και να παρακολουθεί την Ίλβα του, τις ώρες που μπαινόβγαινε απ’ το σπίτι της ή στην αυλή που άπλωνε τα ρούχα κι έσκυβε και τεντωνόταν, μιλούσε, φώναζε και γελούσε. Γέμιζε ο εσωτερικός του κόσμος μαζί της. Ήταν μια παράξενη διεργασία που προερχόταν από τις εικόνες της και οι οποίες τον ολοκλήρωναν.
Μαγευότανε με την παρουσία της και μια ηδονή παράξενη κατέκλυζε τη λογική του σαν ευχαρίστηση ερωτικής πράξης. Μετά από λίγο διάστημα η Ίλβα Πουένσο τον έβλεπε πως την παρακολουθεί κι άρχισε μαζί του ένα δήθεν τυχαίο ερωτικό παιχνίδι για να του παίρνει ρεάλ που εκείνος της άφηνε στο φαγωμένο σκαλοπάτι της εξώπορτας του.
Της άρεσε η ιδέα να αναστατώνει αυτό τον άντρα που γνώριζε, πως και τη ζωή του ακόμη θα ήταν ικανός να της χαρίσει αν του το ζητούσε, αλλά την αναίδεια της εξιτάριζε και η ντροπή του, η αδυναμία του που δεν είχε τη δυνατότητα να σταθεί πλάι της όπως εκείνη ήθελε, πλούσιος και με δύο πόδια.
Ήξερε πως την αγαπούσε και χάριν αυτού του πρόσφερε, έστω από απόσταση, μέρη από το όμορφο σώμα της. Πότε σήκωνε τη φούστα της μέχρι τους μηρούς επάνω δήθεν τυχαία. Πότε περιφερόταν στην αυλή με το κοντό νυχτικό ή με τα εσώρουχα ρίχνοντας του πονηρά φευγαλέα βλέμματα.
Άλλοτε έκανε μπάνιο πίσω από μια σκουριασμένη λαμαρίνα αφήνοντας ακάλυπτο όλο το κορμί της και παίρνοντας στάσεις προκλητικές τον κοίταζε και γελούσε που τον ένιωθε να λιώνει στην αυτόχειρη ηδονή του.

Η γιορτή της Σάντα Λουτσία, γέμισε τους χωμάτινους δρόμους κλαρωτές φούστες και λευκές καμίσες που χόρευαν στους ρυθμούς των μαριάτσι. Δυο μελαψά παλικάρια πήραν την Ίλβα Πουένσο από το σπίτι της. Εκείνη μέσα στα γέλια της έριξε μια ματιά στο κλειστό παραθυρόφυλλο του Μαρκέζε Φερνάντες, που ήξερε πως την κρυφοκοιτάζει.

Χάραζε σχεδόν στην πόλη της χαμένης νόρμας. Μόνο ένας κόκορας θύμιζε πως υπάρχει ζωή. Το γέλιο και το κλάμα, είναι δυο σπασμοί που μοιάζουν.
Η Παλάμη του Μαρκέζε Φερνάντες σαν μήτρα γαντζώθηκε να φράξει το στόμα που πολύ ποθούσε να φιλήσει.
Μια λάμα κι ένας λυγμός βουβός βύθισε στο κόκκινο σκοτάδι την Ίλβα Πουένσο. Την Ίλβα του.
δημήτρης βαρβαρήγος 2008

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2008

Στην άκρη της ύπαρξης

Φεβρουάριος 2004 στο σπίτι της βαριάς άρρωστης μάνας μου.
db


Στην άκρη της ύπαρξης

Ο κατάφωτος δρόμος έσφυζε από ζωή. Τα μαγαζιά με τις νέον πολύχρωμες ταμπέλες χάριζαν ένα πανηγυριώτικο ύφος χαράς. Κάθε λογής φλεγόμενος κόσμος συνωστιζόταν στις εισόδους τους να πληροφορηθεί το ζωντανό σέξι πρόγραμμα.
Αυτοκίνητα σε αέναο πήγαινε έλα γέμιζαν το τόπο με φασαρία και καυσαέριο. Την ίδια κίνηση είχαν και οι πόρνες στα πεζοδρόμια που με προκλητικό ύφος προσπαθούσε η κάθε μία με τον δικό της τρόπο να πείσει κάποιον πελάτη να πάει μαζί της. Αρκετοί μεθυσμένοι ξάπλα σε κάποια σημεία που βρίσκανε απάγκιο από το νυχτερινό αγιάζι που τρύπαγε το κόκαλο, αλλά ευεργετικός φίλος στις μεθυσμένες αισθήσεις των ξενύχτηδων.
Ανάμεσα σε αυτό πολύχρωμο και πολύβουο συνονθύλευμα παραπατούσε κι ένας άντρας που έδειχνε από το δυνατό παραμιλητό του να τα έχει με τον εαυτό του και την τύχη του.
Είχε από το σπίτι του αρχίσει να πίνει όταν διάβασε το γράμμα που του άφησε η γυναίκα που αγαπούσε. Όταν πήρε απόφαση να φτάσει στην εξηκοστή - ενάτη οδό για ν’ αγοράσει παράνομα από κανέναν αράπη ένα περίστροφο, ήταν είδη λιώμα.
Δεν το έβαλε όμως κάτω. Έδειχνε μέσα του αποφασισμένος πως έπρεπε να εκδικηθεί την ατιμία που του σκάρωσε ο καλύτερος φίλος του.

Στο πρώτο μπαρ που βρήκε μπήκε μέσα. Βαρύθυμος και αμίλητος κάθισε στη μπάρα και παράγγειλε μια μπουκάλα ουίσκι. Η φωνή της νέγρας τραγουδίστριας, Ntany Rasf, δονούσε το χώρο με ένα ρυθμό που του ξυπνούσε μνήμες με μια πρωτόγνωρη άνεση να πίνει. Αδιάφορος για το γυμνό θέαμα της όμορφης Λολίτας που έκανε dance strip, αφοσιώθηκε στις σκέψεις του και στο τσαλακωμένο χαρτί που το άπλωσε μπροστά του σαν να επρόκειτο για κανένα πετσετάκι.
Από τσιγάρο σε συλλαβή κι από συλλαβή σε τσιγάρο άναβε και διάβαζε δείχνοντας πως κάποια σοβαρή αιτία τον είχε φέρει στα άκρα.

Ο γέρος, με χρυσά δαχτυλίδια στα δάχτυλα και βρώμικα νύχια σαν από το πουθενά μιας κατασκότεινης γωνίας ξεπετάχτηκε και τρεκλίζοντας, με ρυθμό τζαζ, ως συνήθως από τη μόνιμη σούρα, έφτασε κοντά του ανενδοίαστα για την καθιερωμένη του τράκα.
Για να κρατήσει τα προσχήματα κάποιας ευγένειας δεν παρέλειψε να καλύψει το στόμα του με την παλάμη για να συγκρατήσει τα σάλια που του έφευγαν.
-Κερνάς ένα τσιγάρο γιατί ξέμεινα…
Χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του και χωρίς να στρέψει το βλέμμα του, ο άντρας, έσπρωξε όλο το πακέτο προς το μέρος του γέρου και προσπάθησε να κρύψει τη μύτη του από την βρώμα του ψημένου κοτόπουλου που μύριζε η σταφιδιασμένη σάρκα του.
Εκείνος κοίταξε μια το πακέτο και μια τον άντρα.
-Πάρτο όλο, του τόνισε, ο άντρας, για να τον βγάλει από τη δύσκολη θέση.
-Με αγχώνεις, μίστερ, δεν θέλω πακέτο, ένα τσιγάρο μόνο, αλλιώς δεν θα μπορέσω να στο επιστρέψω… αλλά είναι και το άλλο…
-Ποιο άλλο; ρωτάει με περιέργεια ο άντρας και στρέφει τη ματιά του επάνω στο γέρο.
-Αν πάρω όλο το πακέτο δεν θα έχω την ανάγκη του τσιγάρου γιατί θ’ ανάβω όποτε θέλω και θα χάσω την ευκαιρία να ζητάω από αγνώστους και να πιάνω την κουβέντα μαζί τους…
-Πάρε τότε ότι θέλεις.
-Ένα για την αγία Παρασκευή…
-Είναι κολλητή σου η αγία Παρασκευή;
-Όχι η γυναίκα μου.
Ο άντρας τον κοιτάζει περίεργα και χαμογελώντας ειρωνικά ρωτάει.
-Και γιατί αγία;
-Έχει πεθάνει.
-Λυπάμαι.
-Μη λυπάσαι.
-Γιατί;
-Πάνε χρόνια, συνήθισα πια στη μοναξιά… εσύ;
-Τι εγώ;
-Για πια αγία Παρασκευή, πίνεις;
-Είχα κι εγώ μέχρι πριν δυο ώρες μια Guilis.
-Τα συλλυπητήρια μου.
-Δεν πέθανε.
-Αλλά;
-Την κοπάνησε.
-Α, κατάλαβα, η γνωστή ιστορία.
-Τα έφτιαξε με άλλον;
Ο άντρας γνέφει το κεφάλι του καταφατικά με το γνωστό απλανές ύφος του μεθυσμένου κι αδειάζει με μια γουλιά το γεμάτο ποτήρι του. Καίγεται μα παριστάνει πως το αντέχει ενώ από μέσα του αναρωτιέται γι αυτό που κάνει, που βρίσκει τη δύναμη και καταφέρνει να πίνει ανεξέλεγκτα.

Η μπάσα φωνή της Rasf, παρεμβάλλεται ανάμεσα τους για μερικά λεπτά, μετά ο γέρος σαν να μονολογεί συνεχίζει.
-Έπρεπε να το καταλάβω μόλις σε είδα, τόσα χρόνια πείρα εδώ μέσα. Γι αυτό πίνεις;
Ο άντρας κουνάει καταφατικά το κεφάλι του σαν ανόητος μαθητής που τον μαλώνει ο δάσκαλος του..
-Στην αρχή θα σου κακοφανεί αλλά μετά θα σου περάσει… έχε μου εμπιστοσύνη.
Ξαφνικά, ο γέρος, τινάζει το χέρι του, το τσιγάρο του έκαψε τα δάχτυλα, το σβήνει κι αμέσως ρωτάει.
-Αχ! Οι δυσκολίες δεν ξεπερνιόνται αν δεν έχεις την πικρή συντροφιά του…
-Αγία Παρασκευή είναι αυτή, πάρε, τον προλαβαίνει ο άντρας.
-Αυτό για την Guilis.
Ο άντρας κουνάει καταφατικά το κεφάλι του με την αποτίμηση κάποιας απόγνωσης.
-Πληγωμένος εγωισμός, έτσι συμβαίνει πάντα… μπορεί να φτύνεις μια γυναίκα όσο νομίζεις ότι σου ανήκει, μα όταν σε παρατήσει πρώτη πεθαίνεις απ’ το κακό σου…
Ο άντρας κουνάει καταφατικά το κεφάλι του.
-Χείμαρρος είσαι.
-Τι θες ν’ ακούσεις γέρο, για το κέρατο που φύτρωσε στο κεφάλι μου;
-Που ξέρεις, μπορεί να λειτουργήσει, να σ’ ελαφρύνει. Πάντα χρειάζεται ένας καλός φίλος ν’ ακούει το πρόβλημά σου.
-Κι εσύ είσαι καλός φίλος;
-Θα γίνω, τσιγάρα έχουμε, του λέει και κοιτάει το ποτό του άντρα.
Εκείνος κάνει νόημα στο μπάρμαν.
-Κέρασε το φίλο μου.
-Το γνωστό, απαντάει ο γέρος χωρίς να χάσει την ευκαιρία.
-Πιστεύω πως θα ευλογάς τώρα γέρο, την Guilis, που σου εξασφάλισε τσιγάρο και ποτό απόψε, του λέει ο άντρας και γελάει πικρόχολα.
-Μα, τι λες, φίλοι είμαστε, τα μοιραζόμαστε όλα.
-Αυτό είναι σίγουρο, συνεχίζει να γελάει πικρόχολα. Τόσο πολύ που ο λεχρίτης μοιράστηκε μαζί μου τη Guilis.
-Φιλαράκι στην έκανε;
Ο άντρας κουνάει απελπισμένα το κεφάλι του.
-Πάντα έτσι συμβαίνει. κάποιος υπάρχει να σου αρπάξει κάτι.
-Μα τη γυναίκα μου!
-Όλοι ψάχνουν τις γυναίκες των άλλων… έτσι συμβαίνει.
-Θα με βοηθήσεις να τον σκοτώσω;
-Αστειεύεσαι, μαζί θα το κάνουμε, όμως θέλει σχέδιο…
-Όπλο χρειάζεται.
-Έχεις;
-Όχι, αν είχα θα το είχα κάνει.
-Σίγουρα θα ήθελες να αποκτήσεις ένα;
-Απαραίτητα. Είμαι αποφασισμένος, θα το κάνω.
-Σκέψου λογικά. Πρώτα σκέψου λογικά. Αυτός ο…
-Dabid..
-Αυτός, ο Dabid, θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε από εδώ μέσα… ένας τυχαίος άντρας που παριστάνει τον εραστή επειδή μια γυναίκα του χάρισε τη διαθεσιμότητα της.
-Δεν είναι τυχαίος κάποιος που θεωρείς φίλο σου. Είχαμε ζήσει πολλά μαζί δυνατές στιγμές και με την πρώτη ευκαιρία να μου αρπάζει τη γυναίκα.
-Σωστά, μα επιμένω αν ακολουθήσουμε τη λογική που λέει πως η γυναίκα δίνει το ελεύθερο για να την κατακτήσει ο άντρας…
-Πουτάνα!.. Σταμάτα, γέρο, τα ξέρω αυτά, φώναξε τρομερά ενοχλημένος ο άντρας.
-Εντάξει σταματάω, σβήνει το τσιγάρο και συνεχίζει, πώς να μην καπνίζεις με τόσα προβλήματα, τονίζει με υπονοούμενο.
Ένας λυγμός ξέφυγε από το στέρνο του άντρα που προσπάθησε να τον κρύψει με τα λόγια.
-Εμπρός γέρο, πάρε τσιγάρο και συνέχισε να δω που θα το πας.
-Η γυναίκα είναι ο σατανάς εξανθρωπισμένος. Δε λέω είναι ωραία αλλά θέλει μεγάλη προσοχή μη σε πάρει από κάτω.
-Ακριβώς έτσι έγινε ρε γέρο…
-Frank…
-Έτσι έγινε γέρο Frank, με κέρδισε και μετά με σακάτεψε. Της έδωσα τα πάντα και με πούλησε.
Ο γέρος έγνεψε καταφατικά.
-Ήθελα να’ ξερα, δεν θα χει ενοχές τώρα;
-Όταν ψάχνεις για ενοχές στη ψυχή μιας γυναίκας είναι σαν να ψάχνεις ψύλλους στ’ άχυρα…
-Φαντάζομαι τι θα τράβηξες από την αγία Παρασκευή για να βγάζεις τόσο μεγάλο μισογυνισμό.
-Γυναίκες!
Ο άντρας σηκώνει το ποτήρι και πίνει μονοκοπανιά. Καίγεται, όλα γυρίζουν γύρω του, μονολογεί.
-Κορόιδευα αυτούς που πίνουνε, άλλοτε αναρωτιόμουνα πως το αντέχουν, όλα γίνονται άμα έχεις μια Guilis.
-Μια αγία Guilis, συμπληρώνει ο γέρος.
-Μια σκρόφα. Έχασα την εμπιστοσύνη μου στον άνθρωπο
-Στη γυναίκα να λες καλύτερα…δεν σ’ αγαπούσε;
-Πολύ, τουλάχιστον έτσι έδειχνε, αλλά δεν νομίζω πάλι… τόση υποκρισία; Για ένα μεγάλο διάστημα όλα κυλούσαν ήρεμα. Είμαστε ευτυχισμένοι, εδώ που τα λέμε βασίστηκα στην απόλυτη αποδοχή της… έδειχνε να ανέχεται κάθε μου παραξενιά. Νομίζω, φταίω…
-Πάντα υπάρχει η αυτουργία του άλλου για τις πράξεις μας.
-Παραφέρθηκα κι εγώ, νόμιζα πως ήταν κεκτημένη μου υπόθεση η σχέση μας. Έφευγα μερικές φορές, ξέρεις τώρα πότε οι φίλοι, πότε οι… φίλες. Δεν μιλούσε και αυτό με βόλευε. Μα και τώρα στο τέλος κάποιες φορές που πήγε να μου μιλήσει ή την αποπήρα ή την απείλησα πως θα την έδερνα και σταμάτησε. Από τότε δεν μου ξαναείπε ότι την αφήνω μόνη.
-Χα, έτσι γίνεται πάντα…
-…Υπέθετα πως την είχα βάλει στη θέση της και ήταν πλέον υπάκουη, μέχρι σήμερα που όλα ανατράπηκαν.
δημήτρης βαρβαρήγος







Παρασκευή, 04 Ιανουαρίου 2008

Της Νύχτας Όνειρο


Ήρθε ο καιρός να κλειστώ πάλι στον εαυτό μου. Ν’ αφοσιωθώ στα κείμενα μου για να μπορέσω να ολοκληρώσω κάποιες σκέψεις μου.
Είναι βλέπετε η μοναχικότητα το αντίτιμο της δημιουργίας.
Είναι όμως πανέμορφες κι ανεπανάληπτες οι στιγμές, όταν κάτι καινούργιο βλέπει το φως.
Χάνομαι στο σκοτάδι, και στις ήρεμες νύχτες… για μένα τουλάχιστον αυτό το σκοτάδι είναι από τους καλύτερους συμμάχους για τη δημιουργία.
Μέσα στη νύχτα όπου η σιωπή έχει φωνή εγώ καταφέρνω να βρίσκω εκείνη τη γαλήνη που χρειάζεται η σκέψη και η φαντασία για να οργανωθούν και ν' αποδώσουν δημιουργικά.
Όπως αντιλαμβάνεστε, η υπέρβαση της διαδικτυακής κοινωνικότητας για μένα παίρνει προσωρινά τέλος.
Θεωρώ πως κλείνει ο κύκλος μου για μερικούς μήνες.
Ευχαριστώ μέσα από την ψυχή μου όλες τις καλές φίλες και τους καλούς φίλους που με τιμήσατε με τις επισκέψεις σας και τα αξιόλογα σχόλια σας.
Είναι σίγουρο πως σε στιγμές βαθιάς ανάγκης θα επισκέπτομαι τα Blogs σας τα οποία είναι εξαιρετικά κι ενδιαφέροντα. Θα διαβάζω τα κείμενα σας με μεγάλο ενδιαφέρον…
Μέχρι τότε, αν θελήσετε να επικοινωνήσετε μαζί μου, θα είναι ιδιαίτερη χαρά μου. Γιατί αυτό θα σημαίνει πως δεν με ξεχάσατε.

Να είστε όλοι καλά!

Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2007

Εκεί που η Νύχτα τελειώνει...


Πολύτροπα των Ημερών τα θελήματα φανερώνονται,
ανέλπιδα κι απεγνωσμένα σα μας κάνουν πολλά αντίθετα.
Το προσδοκούμαι δεν γίνεται πάντα
κ’ ένας Χρόνος βρήκε
σ’ αδόκητα το δρόμο τα συμβάντα…

Όπως κι Εφέτος συνέβη,
όπως πάντα συμβαίνει,
ο Χρόνος να τρέχει εύκολα όταν περνά με λύπες.

Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2007

Ένας Ονειροπόλος Φίλος



σκύλος είμαι ότι θέλω λέω...



Χριστούγεννα, μέρες συναισθημάτων. Ανοίγουν οι καρδιές και ξεχειλίζουν οι σκύλοι από αγάπη. Τι ωραίο παραμύθι να κοσμεί και να εφησυχάζει τον ατομικισμό και την εγωπάθεια μας.

Συγχωρέστε με, μα εγώ δεν αντέχω τόσο βάρος, ένα κόκαλο θέλω και με φορτώνουν αρνητικά τα τόσα γλυκερά συναισθήματα: της συμπόνιας, της στοργής, του αλτρουισμού και της αγάπης και πλείστων άλλων τινών χριστουγεννιάτικων στολιδιών.
Με ενοχλεί η επικέντρωση τόσων πολλών δυνατών συναισθημάτων να προσφέρονται, λέμε τώρα, άπλετα μέσα σε λίγες μέρες, λες και τις υπόλοιπες κανείς σκύλος δεν τα έχει ανάγκη.

Πολύ με χαλάει αυτή η κατάσταση!
Ποιο Christmas spirit; Και ποιος άγιος Βασίλης; Πάνε χρόνια, από κουτάβι, που έπαψα να το αισθάνομαι. Όλα κινούνται μέσα στην υποκρισία ως ακολουθία των προηγούμενων ημερών. Απλά τώρα είναι στολισμένα με λαμπάκια, μήπως και ξεγελαστούμε και φάμε κανένα κόκαλο με μεγαλύτερη όρεξη.

Αλλά όλα αυτά, ίσως παραδεκτά σε κάποιους από εμάς τους σκύλους. Όχι όμως για τα κουταβάκια. Ας μην ενοχλήσουμε το όνειρο τους, ας το αφήσουμε ζωντανό μέχρι τα ίδια να θελήσουνε να απομυθοποιήσουνε.
Εμείς σαν σωστοί σκύλοι που είμαστε θα κάνουμε ότι περνάει από το χέρι μας, χωρίς βεβαίως να προσβάλουμε τη νοημοσύνη τους, να παίζουμε αυτό το μαγικό γι αυτά παιχνίδι του χριστουγεννιάτικου πνεύματος που τροφοδοτεί ελπίδα στη φαντασία τους.

Περνούν γρήγορα τα χρόνια της άδολης αθωότητας. Τι πιο ωραίο να ζούνε μέσα στη φαντασία;
Είναι τροφή του σκυλίσιου μυαλού.
Χρειάζονται ετούτη τη μαγεία, γι αυτό μη λέμε ποτέ στα κουτάβια, ότι δεν υπάρχει Αη Βασίλης και καλικαντζαράκια.

Ας αφήσουμε κάποιες αλήθειες να φανερωθούν στο μέλλον. Κρατάει τόσο λίγο η κουταβίσια ηλικία που δεν αξίζει τον κόπο να χαλάσουμε την εικονική πραγματικότητα της φαντασίας τους.
Γαβ!

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2007

ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΠΑΙΔΙ

Είμαστε εδώ, ακόμη ζωντανοί, με ελεύθερη βούληση και αγάπη για τον συνάνθρωπο. Ας υψώσουμε τη φωνή μας, ας δηλώσουμε την παρουσία μας.

Θα μπορούσε να ήταν η Ντίνα, ο Γιώργος, η Ναταλία, η Σόνια, ο Θεόφιλος, ο Σταμάτης, ο Ιάκωβος, η Δέσποινα, ο Ηλίας και κάθε άλλο παιδάκι.
Θα μπορούσε να είναι το δικό μου ή το δικό σας παιδί και είναι τυχαίο που ο κλήρος έπεσαι στον άτυχο Άλεξ κι όχι σε κάποιο από τα δικά μας.
Φτάνει ο ύπνος του δικαίου, φτάνει η αδιαφορία, ας υψώσουμε μια φωνή διαμαρτυρίας στην κοινωνία της Βέροιας που συνεχίζει εφησυχασμένη κι εθελοτυφλούσα στην καθημερινότητα της σαν να μην συμβαίνει τίποτα.
Ας διαμαρτυρηθούμε οι blogers γι αυτούς τους “μεγάλους Άνδρες” τούτης της σκληρής κι απάνθρωπης κοινωνίας που είναι αναμεμιγμένοι και η δικαιοσύνη δεν μπορεί να ξεσκεπάσει. Ας μην γίνουμε ηθικοί αυτουργοί με τη σιωπή μας. Ας φωνάξουμε μέσα απ’ το δια-δίκτυο να αποδοθεί επιτέλους δικαιοσύνη.
Ας προσπαθήσουμε να ευαισθητοποιήσουμε για μια ακόμη φορά την κοινή γνώμη η οποία αποζητάει την παραδειγματική τιμωρία των ενόχων κι ας ελπίζουμε σε ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά μας.

Ο 11χρονος Αλεξ είχε έρθει πριν από λίγα χρόνια στην Ελλάδα και κατοικούσε μαζί με την μητέρα του και τον πατριό του στη Βέροια. Ο πρώην σύζυγος της Νατέλα Μεσχισβίλι και πατέρας του Αλεξ ζει στη Γεωργία.
Τα ίχνη του παιδιού χάθηκαν στις 3 Φεβρουαρίου του 2006, ενώ πήγαινε σε μάθημα ζωγραφικής στην «Ανωνιάδειο Στέγη» της Βέροιας, μετά την προπόνηση που είχε σε γήπεδο μπάσκετ της πόλης. Η μητέρα του Νατέλα Μεσχισβίλι είχε ενημερώσει το ίδιο βράδυ τις Αρχές.
Όπως είπαν καθηγητές και συμμαθητές του 11χρονου, ο Αλεξ ήταν ένα πολύ γλυκό και συμπαθητικό παιδί, ιδιαίτερα συνεσταλμένο και ήρεμο.
Μέχρι την τρίτη δημοτικού πήγαινε στο 2ο δημοτικό σχολείο Βέροιας, αλλά μετά άλλαξε σχολείο και πήγε στο 1ο δημοτικό όπου άρχισε, σύμφωνα με πληροφορίες, να αντιμετωπίζει προβλήματα με κάποιους συμμαθητές του.
Παραπονιόταν στη μητέρα του, όπως είχε πει η ίδια, ότι δεν ήθελε να συνεχίσει σε αυτό το σχολείο γιατί κάποιοι συμμαθητές του τον πείραζαν.

Από το blog, findalex
Αγαπητοί φίλες και φίλοι,
Είμαστε γονείς και θέλουμε να βρούμε το παιδί μας.Ταυτόχρονα είμαστε πολίτες και δεν ανεχόμαστε τον εμπαιγμό των "αρμοδίων" και τον χλευασμό των εμπλεκομένων.Είμαστε αγανακτισμένοι με τις μεθοδεύσεις αυτών που οδηγούν σιγά-σιγά και σταθερά την υπόθεση στη λήθη και το κουκούλωμα .Γνωρίζουμε ότι το ίδιο αισθάνεστε και όλοι εσείς.Η αγανάκτηση όμως και η πίκρα δεν σημαίνουν απογοήτευση.

ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΟΥΝ ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΕΤΕΛΕΣΜΕΝΩΝ.



Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2007

Πληγή




Είναι ίσως η τάξη του χάους

ή η αποδοχή της μοναξιάς;

Σε όλα τα σημαντικά της ζωής μοναχικά είναι τα βήματα μας.
Μόνος βρίσκεται ο καθένας μας.
Μόνος γεννιέται, μόνος ερωτεύεται, αγαπάει, πονάει.
Μόνος βρίσκεται στη μετάβαση, μόνος πεθαίνει.
Μόνος βαδίζει τη ζωή του κι ας υπάρχουν γύρω του άνθρωποι.
Και ποιος να καταλάβει τον πόνο του Άλλου.
Κανείς!
Άλλη μια ανθρώπινη πραγματικότητα.
Είναι ίσως η τάξη του χάους που παίρνει μορφή μοναξιάς.

Πικραίνουν οι ώρες στο σκοτάδι
στη λήθη σβήνει η ανάμνηση
και η ζωή ως άλλη προδοσία φανερώνεται
το αίμα να μένει κόκκινο απαιτώντας…
Μα, ποιος γνωρίζει το σωστό ή το λάθος αν
πρώτα δεν πονέσει αληθινά
κι έπειτα στα λόγια μένουμε, αφού,
που να βρεθούνε όρια να γραπωθεί κανείς;

Το ποίημα είναι από τη συλλογή ποιημάτων «Εκτεθειμένος μαστός»

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2007

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ



Στον Πολυχώρο της Άγκυρας Σόλωνος 124, τη Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου, στις 19:00 μ.μ.
ελάτε να πιούμε ένα ποτό και να ακούσουμε τις ηθοποιούς
Γεωργία Ζώη και Νίκη Φραγκούλη που θα διαβάσουν αποσπάσματα από τα βιβλία μου



«Το Υστερόγραφο μιας Συγγνώμης και Υπατία»

τα βιβλία θα παρουσιάσουν: η συγγραφέας Σύσση Καπλάνη
και η Ερευνήτρια της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, Μάρα Μαρτίνη.

Συντονίζει ο συγγραφέας Γρηγόρης Χαλιακόπουλος.

Στα πλήκτρα ο Γιώργος Κωνσταντινίδης θα μας ταξιδέψει με τραγούδια από το πλούσιο ρεπερτόριο του

































Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2007

Αδηφάγο ζώο...


Ζώο αδηφάγο ο έρως.

'Οσο τον τρέφεις, τόσο μεγαλώνει και ειδικά στην αρχη που ολα μέσα του λάμπουν, καθαρές χειμώδεις αποχρώσεις.

Η υπερβολή της ανεξέλεκτης ελευθερίας του σε εθίζει τόσο όσο να νιώθεις την πλήρη εξάρτηση του.

Εξαρτήσεις αυθόρμητου πόθου, χαράς, πόνου, και απελπισίας.

Σε αναγκάζει εύκολα να συγχωρείς, εύκολα να μισείς, εύκολα να αγαπάς κι ακόμα πιο εύκολα να κλαις, να πιστεύεις, να χαρίζεσα και φυσικά να χαραμίζεσαι...


Απόσπασμα απο το βιβλίο "Το υστερόγαφο μιας συγνώμης"

Παρασκευή, 02 Νοεμβρίου 2007

Μετρώντας μοναξιά

Νωθρή, ανυποψίαστη
αθώα ως άλλη
Ερέντιρα.

Κενή από εγκατάλειψη
σαν ουρανός χωρίς σύννεφο
σαν ύπνος δίχως όνειρο
μόνη χωρίς ένα θεό
για προσκεφάλι.

Χωρίς καν έναν θαυμασμό
δίχως την προσμονή κάποιας
επιστροφής.

Γνώριζε το ανώφελο
γι αυτό ερμητικά
την πόρτα έκλεισε
για πάντα.

Ήξερε τον προορισμό
κι έμεινε ανέπαφη
τα χρόνια στα μαλλιά
μετρώντας.

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2007

ΠΟΙΟΣ ΞΕΡΕΙ;














Κανένας ουρανός
δε θα φυτρώσει στο χάος
όσο θα υπάρχει ο φόβος…

Ο δικός σου ο φόβος…

Αυτός που ακόμα τρομάζει
τα παιδικά όνειρα σου…

Νηφάλια μείνε
στο θαύμα της πραότητας…
και τον αφανισμό σου
άφησε σε άλλων χέρια.

Το προσκεφάλι γείρε σε ώμο
και κοιμήσου.
Γιατρέψου απ’ το θαύμα
που κυλάει στις φλέβες του
και νιώσε πάλι…

Λένε,
«Πάντα υπάρχει κάτι καλύτερο,
από το προηγούμενο»,

Πιθανόν, γιατί είναι ζωντανό…
Γιατί, εν τέλει,
αυτό να είναι ένας νέος,
Θρίαμβος.

Ποιος ξέρει;

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2007

ΥΠΟΜΟΝΗ ΥΠΟ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ





Η αλήθεια μέσα από αιτίες οδηγεί τη ζωή στο χρόνο και χάνεται,
μεταλλάσσει αισθήσεις σαν το αίμα που γίνεται νερό και πονάει στην έλλειψη.
Στη βαθιά αναζήτηση να βρούμε όση σκιά αθωότητας απόμεινε σαν παιχνίδι,
να γραπωθούμε επάνω της προσπαθούμε και να σωθούμε απ' τις μνήμες.
Το σούρουπο των Κυριακών βαραίνει η ψυχή μπροστά στη σύμβαση της αδράνειας κι ως άλλη υπομονή υπό προθεσμία σφαλίζει τα βλέφαρα στη σιωπή.

Μπροστά στα εξελισσόμενα...
συγκίνηση τ' αγιάζι και η παραίτηση λυτρωμός.
Δάκρυ το δάκρυ το παράπονο χτίζει τον αποχωρισμό, σκοτάδι και φως,
θάλασσα και ουρανός, ίδια μοιάζουν.
Ποιος γλιτώνει; Ποιος χάνεται;
Εμείς ή εσύ;
Εσύ που φεύγεις;

Ή εμείς που μένουμε μισοί;








Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2007

ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΜΟΝΑΧΙΚΗ













για να μην πατήσω άθελά μου κάποια συνείδηση...















Τα πρώτα φθινοπωρινά βράδια, την ώρα που οι δρόμοι είναι ακόμη ζεστοί
και κάπως κοπάζει ο ορυμαγδός από κόσμο περπατώ νωχελικά στα βρώμικα
πεζοδρόμια της Αθήνας αντιμετωπίζοντας το παρόν με συμβιβασμό.
Υπάρχει μια τάση να υπομένουμε πράγματα, να συνηθίζουμε, να ρίχνουμε ευθύνες
σε κάποιες συνθήκες σαν να μην τις χρησιμοποιούμε κι ας είμαστε χωμένοι μέσα τους μέχρι τον λαιμό.
"Αν τα πράγματα ήταν σωστά θα ήμουν διαφορετικός".
Συχνά το λέω να κρυφτώ πίσω από το δάχτυλό μου, αυτό με συμφέρει και για ν' αποφύγω τη συνέχεια της ενοχλητικής σκέψης.
Αλλάζω πεζοδρόμιο.
Από αυτή την πλευρά μου φαίνεται πιο καθαρό, eκατόν είκοσι σκύλοι λιγότεροι το έχουν κατουρήσει.
Μετά η σκέψη μου οργανώνεται πάλι, αλλά η προσοχή μου που να πατήσω για ν' αποφύγω τις λιγότερες βρωμιές, δεν είναι η συγκέντρωση που θα επιθυμούσα.
Αλλά από την άλλη, η συγκέντρωση είναι αποκλεισμός κι εγώ δεν θέλω να αποκλειστώ σε μία μόνο σκέψη.
Κοιτάζω γύρω μου, όλοι οι άνθρωποι είναι μόνοι σαν κι εμένα. Προσέχουν που να πατήσουν,
προσπαθούν να συγκεντρωθούν και ν' αποκλειστούνε ίσως.
Μου φαίνεται ότι οι περισσότεροι από εμάς, δεν συνειδητοποιούμε όσα λέμε ή κάνουμε, αλλά ούτε το περιβάλλον μας, τα χρώματα, τα δέντρα, τη ξαφνική βροχή που μουλιάζει τη σάρκα, τα σχήματα, τους ανθρώπους, τα συναισθήματα, το φιλί μέσα απ' το τζάμι του παραθύρου ενός τρόλεϊ που απομακρύνεται, το ιδεατό άγγιγμα ενός μάγουλου με τα τρεμάμενα
ακροδάχτυλα, το χειροφίλημα μέσα απ' το δια-δίκτυο...
Αν τα πράγματα ήταν σωστά, θα ήμουν διαφορετικός", καταλήγω.
Φτού! αφοσιώθηκα και κάτι πάτησα ελπίζω να είναι περιτώματα σκύλου κι όχι κάποια συνείδηση.










Ας με συγχωρέσουν όσες εκλετές φίλες απάντησαν στην προηγούμενη ανάρτηση, αλλά την αφαίρεσα για να μην πατήσω άθελα μου κάποια συνείδηση.

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2007

ΑΝΕΛΕΗΤΑ ΑΝΘΡΩΠΟΙ




Ανελέητα εγωιστές
Ανελέητα ανασφαλείς
Δέσμιοι κάποιων ενστίκτων άπειρων και η σιωπή παρούσα
στη μοναξιά των εποχών απομεινάρι.

Μέρες γεμάτες όρκους αναίτιους, ορρωδούν σ’ ένα παρελθόν που πάντα επιστρέφει ν’ αντισταθεί στη ζωή μ’ ένα τρόπο ανενδοίαστο τις νύχτες τις γεμάτες αναμνήσεις να δένουν τα όνειρα
Και η δειλία έτοιμη να σκοτώνει πάντα τις πιο όμορφες ψευδαισθήσεις

Ζωές με τη ψυχή γαντζωμένη σε μια μόνο γλυκιά ανάμνηση
Για την οποία πάλι ένα δάκρυ θα χαράξει ρυτίδες.

Ανελέητα ευάλωτοι σ’ ανελέητους πειρασμούς αφημένοι

Ευτυχώς

Ανελέητα άνθρωποι.

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2007

ΑΝΘΡΩΠΟΙ και ΠΑΛΙΑΝΘΡΩΠΟΙ

Τόσο του ανθρώπου η σάρκα αδύναμη’ ναι
που δε βαστά η καλή απαρχή στον κόσμο.
Κι αν την αρχή του καθενός κοιτάξεις
κι ύστερα δεις που καταντήσαν όλα,
το άσπρο θα βρεις πως μαύρο τώρα εγίνη.

Καζαντζάκης, απόσπασμα στίχων από τη θεία κωμωδία



Ώρες ατελείωτες στέκομαι μπροστά στο λευκό χαρτί και δεν ξέρω πώς να ξεκινήσω το γράψιμο. Ανάκατα συναισθήματα πνίγουν κάθε σκέψη μου. Πελαγοδρομώ, δεν καταφέρνω να βάλω τις λέξεις σε σειρά, λέξεις που να δείχνουν στ’ αλήθεια πως μια χώρα σβήνει ξαφνικά απ’ το στερέωμα.
Φευγαλέες σκέψεις που δεν δίνουν ειρμό. Τη μια στιγμή αγανακτώ και βρίζω και την άλλη στιγμή θλίβομαι βαθιά. Κατόπιν τα βάζω με τον εαυτό μου που δεν είναι έτοιμος να τα σούρει σε όλο αυτό το πολιτικάντικο συρφετό που δεν νοιάζεται για τίποτα και κανέναν σε αυτόν το τόπο.
Γεμίζω ενοχές και δεν ξέρω με ποιο τρόπο να τις ξεπεράσω. Είναι βαθύ το ράγισμα της ψυχής, είναι ένας πόνος που δεν περιγράφεται. Ένα σύμπαν που καταρρέει, που συνθλίβεται σε μαύρη τέφρα.
Πώς να καταθέσω με φράσεις πάνω στα καμένα σημάδια της γης, στο μαύρο αίμα εβδομήντα ανθρώπων;
Σημάδια άφησε πάνω στο σώμα και στο νου μου το ανεξίτηλο γεγονός του θανάτου.
Μπορεί κάποιος να με θεωρήσει απάνθρωπα εγωιστή που σκέπτομαι τι μπορώ ή δεν μπορώ να κάνω τη στιγμή που χιλιάδες στρέμματα απανθρακώθηκαν, δεκάδες αβοήθητοι άνθρωποι γίνανε κάρβουνο κι άλλες χιλιάδες έτρεχαν πανικόβλητοι ν’ αποφύγουν τη φρίκη της φωτιάς.
Και να τώρα που όλα μοιάζουν να ταιριάζουν στην κανονικότητα των στατιστικών στοιχείων. Στρέμματα, δέντρα, ζωντανά και άνθρωποι, αριθμοί στατιστικών στοιχείων. Τι φρίκη, η κοινωνία αμέσως την επόμενη να αποδέχεται τους αριθμούς;
Όμως δεν είναι έτσι. Αυτό που συνέβη δεν είναι ένα απλό γεγονός, ένα μοναδικό γεγονός που μπορεί να ξεπεράσει τον πόνο της απώλειας με αναφορές αριθμών.
Είναι μια συντέλεια εβδομήντα ψυχών, {ελπίζω εδώ να σταματήσει το μακάβριο μέτρημα} που όταν εξαφανίζονται δεν κόβονται από τις σάρκες μας ανάλογα κομμάτια, αλλά χάνουμε από τον κόσμο μας όσα η ψυχή και ο νους τους είχαν να προσφέρουν, πλούσιες σκέψεις κι αισθήματα μοναδικά που κανείς από εμάς δεν θα γνωρίσει πλέον.
Νοιώθω τις ψυχές των δέντρων
μες του ορίζοντα τις φλέβες να ραγίζουν.
Νιώθω τις ψυχές των ανθρώπων
στων άστρων τις εκλάμψεις να σβήνουν.
Παραπατώντας μέσα στο σκοτάδι ψάχνω για έξοδο.
Ανοίγω πόρτες μα πιότερο βρίσκω σκοτάδι.
Ψηλαφώντας κι έρποντας με αγωνία στ’ αποκαΐδια
άνοιξα κι άλλη πόρτα και
μεγαλύτερο σκοτάδι με κατάπιε.
Κανείς, μα κανείς δεν δύναται να βοηθήσεις με τι προσευχές του,
μακάρι να μπορούσε να το κάνει με το μίσος του.
Βοήθεια άνθρωποι, βοήθεια.
δβ.

Αυτή είναι η επιστροφή μου. Με διαφορετικό και πιο αισιόδοξο τρόπο την υπέθετα, αλλά με όσα συνέβησαν δεν μπορώ να γράψω κάτι διαφορετικό.
Γεια σας αγαπημένοι μου φίλοι. Είμαι πάλι εδώ και σας περιμένω...
Να είστε όλοι καλά!!!

Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2007

Προορισμός της Θάλασσας



προορισμός της θάλασσας

Εκείνη κοιμόταν βαθιά, ούτε που κουνήθηκε όταν με τα’ ακροδάχτυλα του άγγιζε απαλά τα χείλια της.

Όταν χάιδευε τα μαλλιά της, τι όμορφη αίσθηση η αφή, ανατρίχιαζε στη διαδρομή τους, μεταξένια κι απαλά σαν πυρόξανθη άμμο.

Ο θεός είχε κατέβει απ’ τα σύννεφα και τον κρατούσε αγκαλιά.

Πνιγότανε από τη λαχτάρα ένα χρόνο τώρα να την κρατήσει, να την γευτεί και να ρουφήξει τις ευωδιές της για ένα ολόκληρο βράδυ.
Σαν αόρατη σκιά κινιόταν, όπως το απαλό αγέρι που μ’ ευαρέσκεια δροσίζει τη σάρκα. Το ψέγος των χειλιών του πάνω στα γυμνά μέρη της σάρκας της παγίδευε σ’ ένα απερίγραπτο μπέρδεμα το μυαλό του.
Μάτωνε, στα σκόρπια υπολείμματα λέξεων που τολμούσε μόνο στο μυαλό του να σκαρώνει, όπως στα όνειρα του και ν’ ακούει πνίγοντας τους γητεμένους αναστεναγμούς του μην και χαλάσει τούτη τη σεπτή ηδονική παράκρουση.
Αφουγκραζότανε τον ρυθμικό παλμό της ανάσας της, τόνοι μουσικοί ανείπω
των αναστεναγμών.
Καμιά γυναίκα δεν κρατούσε στο κόρφο του, όμως ποτέ άλλοτε δεν είχε νιώσει τόσο όμορφα την αίσθηση ότι πράγματι κρατά στην αγκαλιά του ένα κορμί. Ούτε στο καλύτερο όνειρό του δεν είχε αισθανθεί το πέταγμα στον ουρανό που έζησε όλο το βράδυ.
Και τώρα λυπόταν που η αυγή άρχισε να χλομιάζει στα δροσερά μάγουλα της τη νύχτα και το όνειρο θα τελείωνε.
Με το πρώτο φέγγος εκείνη άνοιξε τα μάτια της και το μπλε πλημμύρισε τη ψυχή του.

«Τι όμορφη που είσαι», ψιθύρισε.
«Εδώ έμεινες το βράδυ;» τον ρώτησε.
Άπλωσε το χέρι του και την άγγιξε δειλά. Κυκλικά χαμόγελα χάραξαν τη σάρκα της. «Τι ονειρεύτηκες;» τη ρώτησε αγκαλιάζοντας τη με τη ματιά του.
«Νομίζω… τίποτα, ήμουν κουρασμένη, δεν… δεν θυμάμαι» του απάντησε και οι κύκλοι από το άγγιγμά του σάρωναν την επιφάνεια της.
Απλώθηκαν σβήνοντας τα τελευταία ψήγματα της μαχμουρλίδικης αθυμίας της.
«Εσύ, τι ονειρεύτηκες;» τον ρώτησε με μια φωνή που πάφλαζε πάθος.
Οι σκέψεις του γύριζαν ξανά και ξανά στο όνειρο, στα λόγια, στον έρωτα… έψαχνε ν’ αναγνωρίσει τα συμβολικά μυστικά που βάρυναν το μυαλό του τόσο πολύ που δεν μπορούσε να θυμηθεί.
«Εσύ, τι ονειρεύτηκες;» ρώτησε πάλι εκείνη.
«Τίποτα», τόλμησε εκείνος με φωνή σαν θρόισμα ανέμου και λιγωμένος από αγάπη…
Κοίταξε τη γύμνια της και πρόφερε χωρίς να τον ακούσει.
«Σε αγαπάω, θάλασσα!».


Σε όσους έχουν τη δυνατότητα να "αγαπούν"…

Καλές διακοπές… το Σεπτέμβρη, πάλι…

Χαιρετώ σας.
Αφιερωμένο σε όλους όσοι θα διαβούνε βήματα στη θάλασσα...


ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
(1911-1996)

Η ΜΑΡΙΝΑ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ
'Εχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Μα πού γύριζες Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους.

Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της χίμαιρας
Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!
Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια
'Εχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ' άρωμα των γυακίνθων.


Μα πού γύριζες
Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα '
Ηταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ' όνομά του
'Οπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας.

'Ακουσε ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
'Εχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.

Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο άλλο καλοκαίρι,
Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
'Η για να πας καβάλα στο μαίστρο.

Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.

Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2007

ΕΤΣΙ ΑΠΛΑ ΟΠΩΣ ΠΑΝΤΑ

φωτό: Στέλιος Ματσάγκος


Ταξιδιωτικό κοστούμι οι σκέψεις και οι μνήμες…
Φορεμένο από χρόνια και υφασμένο με χαρές και λύπες…
Έτσι έφυγα, απλά με μια βαλίτσα
να με τυραννάει το βάρος της…

Το βάρος από πράγματα δικά σου:
Ένα κορμί. Μία καρδιά. Μία ψυχή. Δυο μάτια. Χαμόγελα. Λόγια.

Δεν εισχώρησες στο είναι μου
Το φανερό είδες του εαυτού μου…

Κι έτσι απλά έφυγα…

Όχι το φανερό του εαυτού μου:
Το κορμί. Η καρδιά. Η ψυχή. Τα μάτια. Τα χαμόγελα. Τα λόγια.

Μα, άνθρωπος είμαι και πολύ ευάλωτος, μάλιστα.
Όμως και τώρα που ξέρω ότι η πείρα σε κάνει να προβλέπεις
το σωστό και το λάθος,
εγώ πάλι το ίδιο θα διάλεγα
κι ας θέλω να είναι τα τωρινά απόηχοι μόνο
ευτυχισμένων αναμνήσεων…

Έτσι απλά έφυγα…

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2007

female

Αφορμή της έμπνευσής μου, τα πλούσια συναισθηματικά λογια σας!



Γίνε εσύ
Να γίνω εγώ
Γίνε ένα χάρισμα
Να γίνω καλωσόρισμα
δβ.

Μαρίνα η θάλασσα
Σεμέλη τα λόγια
Βροχή γλυκιά κι αναπαμός τ’ όνειρο
Μιας αδημονούσας ευφρόσυνης έλξης
Μαρίνα ένα γέλιο
Σεμέλη ένας πόνος
Η προσμονή του αύριο ευλογημένη
Του μετά οι ώρες μπορεί και πόνος
δβ.

Είμαι εδώ
Είσαι εκεί
Κι όμως μαζί
Ταξιδιώτες του ίδιου ονείρου
Είμαι η πλώρη κι είσαι το κύμα
Σε χαράζω ανώδυνα κι εσύ με πηγαίνεις
Είσαι ότι αγαπώ
Την ελευθερία σου θάλασσα
δβ.

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2007

με ποιο δικαίωμα;





Γιατί;
Με ποιο δικαίωμα;
Ποια νοσηρά μυαλά είναι αυτά που οδηγούν τις μοίρες των ανθρώπων;
Άραγε, δεν τους ενοχλούν οι τύψεις ;
Δεν αναρωτιόνται για τα ανόσια έργα τους που αφήνουνε στο σύντομο πέρασμα τους;
Δεν γνωρίζουν πως τίποτα δεν είναι αληθινά δικό τους;
Πως τίποτα δεν τους ανήκει;
Τόσο δύναμη έχουν τα συμφέροντα τους που σβήνουν κάθε ενδοιασμό και τους οδηγούν ανεμπόδιστα έξω από την ηθική;

Κι εμείς οι μικροί γιατί σιωπώντας συναινούμε αρκούμενοι με ένα αυτοκίνητο τζιπάκι;
Γιατί δεν αντιδρούμε;
Γιατί, βολευόμαστε στα υλικά αγαθά που τα ίδια νοσηρά μυαλά μας αναγκάζουν να χρεωνόμαστε για ν’ αποκτήσουμε;

Λυπάμαι που το λέω, αλλά:

«Κάποτε οι Έλληνες αντιδρούσανε».
«Σήμερα είναι όλοι χαφιέδες του ίδιου του εαυτού τους…»

Την πρώτη εικόνα τη δανείστηκα από ένα post στο αξιόλογο blog, “δύων ήλιος”















η φωτογραφία είναι του φωτογράφου Στέλιου Ματσάγκου


Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ
μιχάλης κατσαρός
Αντισταθείτε σ' αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι
και λέει: καλά είμαι εδώ.
Αντισταθείτε σ' αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι
και λέει: Δόξα σοι ο Θεός
Αντισταθείτε
στον περσικό τάπητα των πoλυκατοικιών
στον κοντό άνθρωπο του γραφείου
στην εταιρεία εισαγωγαί- εξαγωγαί
στην κρατική εκπαίδευση
στο φόρο
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.
Αντισταθείτε
σ' αυτόν που χαιρετάει απ' την εξέδρα ώρες
ατέλειωτες τις παρελάσεις
σ' αυτή την άγονη κυρία που μοιράζει
έντυπα αγίων λίβανον και σμύρναν
σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.
Αντισταθείτε πάλι σ' όλους αυτούς που λέγονται
μεγάλοι
στον πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε
στις μουσικές τα τούμπανα και τις παράτες
σ' όλα τ' ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε
πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι
σ' όλους που γράφουν λόγους για την εποχή
δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα
στις κολακείες τις ευχές τις τόσες υποκλίσεις
από γραφιάδες και δειλούς για το σοφό
αρχηγό τους.
Αντισταθείτε στις υπηρεσίες των αλλοδαπών
και διαβατηρίων
στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη
διπλωματία
στα εργοστάσια πολεμικών υλών
σ' αυτούς που λένε λυρισμό τα ωραία λόγια
στα θούρια
στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους
στους θεατές
στον άνεμο σ' όλους τους αδιάφορους και τους σοφούς
στους άλλους που κάνουνε το φίλο σας
ως και σε μένα, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ
αντισταθείτε.
Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την
Ελευθερία.

χυμένοι ουρανοί

Ζωή σαν παραμύθι..

Η ζωή ένα παραμύθι...

Ζωή παραμύθι...



γυρνώ ξανά στο όνειρο, εκείνο το παλιο...

στα χρόνια που τα λόγια κρύβανε αξίες...
μα μη θαρρείς πως θα ξεχάσω τις στιγμές...

μεσ' τη μικρή την κάμαρι όταν ανέλπιστα...

με χρώματα από χυμένους ουρανούς...

και όρκους βραδυνούς χανόμαστε στα τέσσερα σημεία...

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2007

ακροατής του κόσμου



αχ! να είχα έστω μια μικρή γουλιά
απ' της ψυχής του τα καθάρια μυστήρια
να τον αγγίξω μες στων λύκων τις αυγές
κι απ' την γνώση αυτή να καταστεί διαυγές
σε ποιο της ζωής του σενάριο θα παίξω...

m..g

σ' ένα δάκρυ μου
Ένα παρελθόν που μόνο ευτυχία φέρνει στην ανάμνηση του.
Νόμιζα πως είχα βρει την ολβιότητα, χωρίς να υπολογίζω την άλλη όψη της. Κι ας γνώριζα ότι η ζωή δεν χαρίζεται ολότελα και πως με κάθε τρόπο ή μέσον παίρνει πίσω ότι χάρισε για μια στιγμή.
Μόλις βρει ανοχύρωτη σαγήνη την κατασπαράζει και σ’ αφήνει άδειο σαν απλό ακροατή ενός κόσμου που ξέφυγε μέσα απ’ τις παλάμες.
Και μετά, έρχεται το αναπόφευκτο του χρόνου. Σε κολλάει με την πλάτη στο τοίχο, έτσι για ν’ αφομοιώνεται στα κόκαλα η παγωνιά του. Και οι ανάσες σαν φωνές μιας ξεθωριασμένης ηχούς στο βάθος κάθε αισθήματος παραληρούν χωρίς να μπορούν ν’ ακουστούν. Ακόμη κι ο νους σιωπά στα σκοτάδια του, που γεμάτος μνήμες από έρωτες και λόγια, μένει νωθρός και μίζερος.
Πόσο πρέπει να την πληρώσει κάποιος τη ζήση του ώστε να παίξει ένα ρόλο άξιο χωρίς να τον χρησιμοποιεί σαν απλό κομπάρσο της;
Και σιγά μη μπορεί κάποιος να τα βάλει μαζί της. Εκείνη τραβά το δρόμο της χωρίς να μοιράζεται τον πόνο όσων μέσα της υποφέρουν.
Μακάριοι όσοι μ’ έναν ενιαίο πόνο πεθαίνουν επάνω σε μια ανάσα. Μπορούν να περηφανεύονται πως νίκησαν τη ζωή και συνεχίζουν στο θάνατο.


ΑΝΤΙΟ ΦΙΛΕ...

Ο χρόνος πέρασε,
το κρασί τελείωσε
οι ψυχές όμως δεν γέμισαν
όση προσπάθεια κι αν κατεβάλαμε
να γραπωθεί ο ένας από την καρδιά του άλλου.


Μα μήπως ο ύπνος, ο αιώνιος ύπνος είναι η συνένωση με το θεό; ¨
Μπορεί ετούτη η Νιρβάνα της σιωπής να είναι η χαλαρή συνέχεια της ζωής σε μια αργή ανάλυση αισθήσεων, γνωστές κι αναγνωρίσιμες μόνο από τη ψυχή;
Ας μην υποθέτουμε τίποτα εμείς, εκείνος τώρα μόνο ξέρει αυτό που εμείς υποθέτουμε:
Μηπως, το αιώνιο μυστικό της απώλειας είναι η πραγματική συνέχιση στο άπειρο.

«Φυγή δεν είναι μόνο η απομάκρυνση από το παρελθόν, ούτε και από την πραγματικότητα. Φυγή μπορεί να είναι και των αναμνήσεων η ευτυχία, που ταξιδεύει εκεί που έχουμε ανάγκη στο μέλλον ή στο παρελθόν. Σε δοκιμασίες που πέρασαν ή έρχονται, σε αισθήσεις, σε βιώματα, σε σχέσεις.
Αυτή η κοπιαστική απόκτηση εμπειριών είναι φυγή, είναι το πέρασμα μιας ολάκερης ζωής. Μπορεί να μετανιώνουμε στη ζωή μας για κάποιες επιλογές, μα δεν μπορούμε ποτέ να μετανιώσουμε για τις εμπειρίες που μας χάρισαν.
Είμαστε δέσμιοι των ενστίκτων μας...

Τελικά, όποιος μένει τελευταίος σέρνει την πίκρα όλων
δβ...

ΑΝΤΙΟ ΦΙΛΕ…

Πέμπτη, 07 Ιουνίου 2007

για ποια ανάμνηση μιλας;


Πόσο σοβαρή μπορεί να είναι μια ανάμνηση; Σκέψου λοιπόν πια ανάμνηση σε πονάει πιο πολύ, πια σε βασανίζει; Αυτή που σε κάνει να νιώθεις την έλλειψη, τη μοναξιά, αυτή που σε τρομάζει, που σε τρομοκρατεί. Αυτή που ίσως σου ταιριάζει ή εστω κάποια που σε κάνει να αναπολείς χαρούμενα.
Πόσο όμορφα ευπρεπίζονται οι σκιές μεσ' το μυαλό. Πόσο απαλαίνει το σκοτάδι στη παρουσία των σωμάτων. Πόση ευτυχία χαρίζει ένα χαμογελο από τα περασμένα;
Πόσο όμορφα επηρεάζονται τα όνειρα σαν ζωντανές λέξεις γεμίζοντας σελίδες με νοήματα που φωλιάζουν στη μνήμη και στην καρδιά οδηγώντας τις πράξεις μας.
Ευεργετική η στιγμή όταν ζωντανεύουν τα περασμένα που αγαπήσαμε, που αγαπάμε και δεν λέμε να αφήσουμε...
Πόσο όμορφα επηρεάζονται τα σώματα έξω από το έργο του κακού και χωρίς τη μοναξιά της παραδείσου. Τι όμορφα να κοιτάζεις την αγκαλιά σου και να είναι μέσα της χωμένο ένα χαμόγελο ευτυχίας γραμμένο στο κοιμισμένο πρόσωπο της. Να αισθάνεσαι ερωτευμένος και να ψελλίζεις "κρατάω στην αγκαλια μου το θεό".
Τι μνήμη κι αυτή!
Τι πόνος! Τι έλλειψη! Τι βάσανο η τόση μοναξιά!

Δευτέρα, 28 Μαΐου 2007

ποιος ελέγχει τη ζωή του;


Λοιπόν, μια μύχια εκμυστήρευση, πολύ προσωπική.

Πιστεύω να μου συγχωρήσετε που τη φανερώνω, αλλά θέλω -ως κοινή εμπειρία- ως σχέση ψυχής- να τη μοιραστώ με κάποιους ανθρώπους που πιθανόν να αισθάνονται και να ταυτίζονται με το δικό μου συναισθηματικό κόσμο.
Λοιπόν, πολύ βαθιά κι ανεξιχνίαστη αίσθηση και με τα απλά λόγια που αναφέρομαι και που σίγουρα δεν είναι ικανά να φανερώσουν το μέγεθος της ευφρόσυνης θλίψης μου κάθε φορά που αυτή η αίσθηση με αγγίζει.
«Το πάτωμα».
Πολύ το έχω αγαπήσει.
Κάθε φορά που το ακούω, θλίβομαι βουρκώνω.
Γίνομαι παιδί λίγο αθώο, ξέρετε, πριν την εποχή που σου δίνουν κάτι να πιστέψεις.
Μετά μεγαλώνοντας και πιστεύοντας, αναγκαστικά, άλλαξαν μέσα μου οι σκέψεις, σαν φίδι που αλλάζει δέρμα, άλλαξα κι εγώ αφήνοντας στο πάτωμα κάποια συναισθήματα μου.
Το τραγούδι μιλάει για τα δικά μου συναισθήματα.
Για όσα ακόμα έχουν παραμείνει αλώβητα απ’ τις ανάγκες που πολλές φορές μας κάνουν να μην τ’ ακολουθούμε.
Μπορεί να φαντάζει ρομαντικό, μελό ή ανώριμο αλλά για μένα είναι λόγια και μουσική που μιλάνε απ’ ευθείας στην καρδιά μου.
Κι όταν ακολουθείς την καρδιά σου καμιά λογική δεν στέκεται ικανή να σε αλλάξει.
Περιττό δε, να πω, πως έχω λατρέψει τη Νικολακοπούλου, για το μυαλό της.
Ελπίζω αυτά τα λόγια, να κοσμήσουν την ταφόπλακα μου.

ΤΟ ΠΑΤΩΜΑ

Κοντά στα κύματα θα χτίσω το παλάτι μου
Θα βάλω πόρτες μ' αλυσίδες και παγώνια
Και μες στη θάλασσα θα ρίξω το κρεβάτι μου
γιατί κι οι έρωτες μου φάγανε τα χρόνια

Να κοιμηθώ στο πάτωμα
να κλείσω και τα μάτια
γιατί υπάρχουν κι άτομαπου
γίνονται κομμάτια

Ξυπνώ μεσάνυχτακι ανοίγω το παράθυρο
κι αυτό που κάνω ποιος σου το' πε αδυναμία
Που λογαριάζω το μηδέν μου με το άπειρο
και βρίσκω ανάπηρο τον κόσμο στα σημεία

Να κοιμηθώ στο πάτωμα
να κλείσω και τα μάτια
γιατί υπάρχουν κι άτομα
που γίνονται κομμάτια...


Πρώτη εκτέλεση: Τάνια Τσανακλίδου
Γερνάω μαμά
Τα ρούχα που δεν έμαθα να πλένω
τα βάζω στη σακούλα και σ' τα φέρνω.
Ρωτάς για την καριέρα μου
τη νύχτα και τη μέρα μου
κι εγώ να σου μιλάω καταφέρνω.
Και σκέφτομαι που πίνω κόκα-κόλα
για να 'ναι πάντα ίδια αλλάζουν όλα.
Κι ανοίγω το ψυγείο σου,
το "έλα" και το "αντίο" σουζητούσα στη ζωή μου πάνω απ' όλα.
Μαμά, πεινάω μαμά,
φοβάμαι μαμά,
γερνάω, μαμά.
Και τρέμω να 'μαι αυτό που χρόνια ανησυχείς:
ωραία, νέα κι ατυχής.
Τα χρόνια που μεγάλωνες για μένα
να ξέρεις πως σου τα 'χω φυλαγμένα.
Και τέλειωσα με άριστα
αλλά δεν έχω ευχάριστα,
όλα στον κόσμο είναι γραμμένα.
Τριάντα καλοκαίρια και χειμώνες
τις άγριες σού φέρνω ανεμώνες.
Και κοίτα, ένα μυστήριοτου κόσμου το κριτήριο
πως μοιάζουμε μου λέει σα δυο σταγόνες.
Μαμά, πεινάω μαμά,
φοβάμαι μαμά,
γερνάω, μαμά.
Και τρέμω να 'μαι αυτό που χρόνια ανησυχείς:
ωραία, νέα κι ατυχής.
Πρώτη εκτέλεση: Τάνια Τσανακλίδου
Άλλες ερμηνείες: Χαρούλα Αλεξίου
αχ! τι μας εχεις κάνει Νικολακοπούλου μας!

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2007

ονειρο στην ακρη της μοιρας


Είναι δύσκολη η αγάπη;

Ένα όνειρο ήταν ξεχασμένο στην άκρη της μοίρας αραδιασμένο επάνω σε φύλλα χαρτί και ξαφνικά πήρε σάρκα και οστά μέσα στο μυαλό μου. Έγινε μια πραγματικότητα κι αντιλήφθηκα πως κανείς δεν μπόρεσε να περιορίσει το πηγαίο αίσθημα της νιότης για ζωή. Τώρα, με την έμπυρη γνώση που απόκτησα στα χρόνια, η ανθρώπινη ψυχή είναι ο αιώνιος επαναστάτης και κρύβει αόρατα και δυνατά ένστικτα που τα νοήματα τους αποθεώνονται μόνο από την ύλη. Κάτι που όλοι το ζούμε έντονα αλλά διαφορετικά το αντιλαμβανόμαστε.
Διαβάστε μερικά λόγια που μπορεί να προέρχονται από κάπια άμετρη ψυχική οδύνη. Ίσως πάλι να γράφτηκαν λίγο μετά από κάποια φυγή.
Λίγο μετά από κάποιον χωρισμό.

«Φυγή δεν είναι μόνο η απομάκρυνση από το παρελθόν, ούτε και από την πραγματικότητα. Φυγή μπορεί να είναι και των αναμνήσεων η ευτυχία, που ταξιδεύει εκεί που έχουμε ανάγκη στο μέλλον ή στο παρελθόν. Σε δοκιμασίες που πέρασαν ή έρχονται, σε αισθήσεις, σε βιώματα, σε σχέσεις.
Αυτή η κοπιαστική απόκτηση εμπειριών είναι φυγή, είναι το πέρασμα μιας ολάκερης ζωής. Μπορεί να μετανιώνουμε στη ζωή μας για κάποιες επιλογές, μα δεν μπορούμε ποτέ να μετανιώσουμε για τις εμπειρίες που μας χάρισαν.
Είμαστε δέσμιοι των ενστίκτων μας.
Τελικά, όποιος μένει τελευταίος σέρνει την πίκρα όλων

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2007

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ


Γυναίκες στο χρόνο της
Αναστασίας Παπαστάθη, [έργο σε δύο μέρη]

Μια καταπληκτική παράσταση ανέβηκε στη θεατρική σκηνή στη Νάξου 34, από τη θεατρική ομάδα «Fuga». Δυο μονόπρακτα από δυο εξαίρετες ηθοποιούς την Γεωργία Ζώη και την Αναστασία Παπαστάθη σ’ ένα ρεσιτάλ υποκριτικής.


Στο πρώτο μέρος το έργο αρχίζει με μια ανώνυμη Τρωαδίτισσα που βιώνει σε όλη της την έκταση την καταπίεση, τη στέρηση, την απογοήτευση και την πίκρα μέσα απ’ την κατάρα του πολέμου.


Στο δεύτερο μέρος μια σύγχρονη γυναίκα στο κελί μια φυλακής βιώνει ακριβώς τα ίδια συναισθήματα στέρησης, πόνου κι απογοήτευσης μέσα απ’ την κατάρα των δύσκολων διαπροσωπικών σχέσεων.


Το παίξιμο και των δύο σπουδαίων ηθοποιών ήταν μια αναμέτρηση με την υποκριτή τους εμπειρία, αποδεικνύοντας πως δεν φοβούνται τις προκλήσεις του καινούριου πέραν από τα γνωστά θεατρικά είδη που έχουμε συνηθίσει να επαναλαμβάνονται κάθε χρόνο από δύο και τρεις θιάσους.

Μια γυναίκα από το παρελθόν συναντά μια γυναίκα στο παρόν.
Γυναίκες σύμβολα κι οι δυο τους, συνδέονται με κοινή μοίρα.
Πως λειτουργεί η μνήμη και η απώλεια της στην ανθρώπινη ύπαρξη;
Πόσο φυλακισμένος μπορεί να νιώθει ένας άνθρωπος όντας ελεύθερος;
Και το αντίθετο.
Πως μπορεί να αγγίξει την υπέρτατη ελευθερία πίσω απ’ τα σίδερα μιας φυλακής;
Παραμένει η μητρότητα στοιχείο αναλλοίωτο μέσα στο χρόνο;
Είναι μερικά από τα ερωτήματα του έργου.

Κυριακή, 06 Μαΐου 2007

τα βιβλια μου

Με το ίδιο χρώμα η νύχτα και η σιωπή
εκδόσεις : Χρ. Ε. Δαρδανός

Στο χρώμα του βράχου, στα ίχνη της άμμου. Ελληνικά σημάδια προαιώνιας ιστορίας διαβήκαν τα άγουρα σώματα, γυμνά, πανώρια, θεϊκά. Αγγίχτηκαν ώμοι, στήθια, γλουτοί, μοιράστηκαν οι σάρκες το άλικο αίμα, γυμνές στον πουνέντε κάτω από τον καυτό του Αιγαίου ήλιο. Μύρισε η φύση έρωτα, γεύτηκα η θάλασσα ηδονή και ο αγέρας λόγια αγάπης. Λόγια γεμάτα υποσχέσεις και τάματα. Μια ιστορία τρυφερή όμοια με όλες αυτές που χαρίστηκαν στο όνομα της πίστης στον άνθρωπο και στον έρωτα.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
Αβέβαιες υποθέσεις δε κάνω. Άνθρωπος είμαι και πολύ ευάλωτος μάλιστα, όμως και τώρα που ξέρω, που λέμε ότι η πείρα σε κάνει να προβλέπεις το σωστό απ' το λάθος, εγώ πάλι το ίδιο θα διάλεγα κι ας είναι τα τωρινά ευτυχισμένα μόνο στις αναμνήσεις. Πάντως μην λυπάσαι για μένα αγαπημένε μου, εσυ δεν μου' λεγες... άσε τη ζωή μόνη της να κυλήσει, να σκορπίζεσαι μέσα της κι όπου σε πάει! Αυτό έκανα, είμαι με τους δικούς μου. Έπρεπε να τους βρώ για να σωθώ. Καλέ μου, δεν θέλω να κλάψεις, δεν σου αξίζουν δάκρυα, ούτε να λυπηθείς, αν, αν με το ίδιο χρώμα η νύχτα και η σιωπή με αγκαλιάσουν.



Αδιέξοδοι έρωτες
εκδόσεις: Χρ. Ε. Δαρδανός

Οι ιστορίες του έρωτα και της αγάπης είναι τόσο συνηθισμένες στην ανθρώπινη φύση, όπως και η ανάσα που μας κρατάει στη ζωή.Μέσα απ' το πάθος σκορπίζουν: την ερωτική φαντασίωση. Δημιουργούν Μελωδίες Αμαρτίας. Ασελγούν και φθείρουν σάρκες. Ταυτίζουν το θάνατο με τον έρωτα. Δοκιμάζουν το Alter Ego μας.Μια συλλογή από πέντε συγκλονιστικές μυθιστορίες ακραίων καταστάσεων με βαθιά όμως ανθρώπινη χροιά. Γυναίκες και άντρες γεμάτοι αδυναμίες, πάθη και ευαισθησίες που προσπαθούν να ισορροπήσουν τη ζωή τους και να ζήσουν κάποιες από τις όμορφες στιγμές της. Κι ενώ κάποιοι μπορεί να πτευχαίνουν, άλλοι πλέουν έρμαια στους αδιέξοδους έρωτες του πεπρωμένου τους.Οι δύο νουβέλες και τα τρία διηγήματα παρουσιάζονται σαν απολογίες ψευδαισθήσεων με υπαρκτό όμως δέος, καθώς ο αναγνώστης θα συναντήσει αληθινές πλευρές των συναισθημάτων και πιθανόν, κάποιων πράξεών του.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
Ποιος όμορφος δαίμονας, τόσο αυστηρός, φώλιασε μέσα μου για να καταστρέψει την αιώνια αγάπη; Ποια ισχυρή δύναμη θέλει την εσωτερική μου ματαίωση να την βλέπει να σβήνει στα νεφελώματα του χρόνου; Γιατί την εμφανίζει με ουλές δύσκολων χρόνων στο μέτωπό μου; Ποιανού άλλου εκτός αυτού του αχρείου, όφελος είναι η εξαχρείωσή μου; Ποιος, ικέτη με θέλει, για λίγη ελευθερία; Για λίγη αγάπη, για στοργή, τρυφερότητα, για λίγο αγνό, άσπιλο και ουσιώδη έρωτα; Ποια τρέλα του θεού οδηγεί σε ξένους κι αφιλόξενους τόπους τη ψυχή μου;



Γυναίκες του κόσμου
εκδόσεις: Χρ. Ε. Δαρδάνος

Οι μέρες φτιαγμένες από τους άντρες, για τη γυναίκα, της επιβάλλουν μέσα από τις καθημερινές ασχολίες και υποχρεώσεις να κινούνται σε προκαθορισμένα όρια. Σε πράγματα και σχήματα που την έχουν τοποθετήσει στην ενάργεια της συμβατικότητας.
Ο συγγραφέας μέσα σε μια ονειρική ατμόσφαιρα εκφραστικότητας, αισθητοποιεί τους απλούς συμβολισμούς μετατρέποντας τις παγκόσμιες ιστορικές διαστάσεις τους σε πανανθρώπινες οντότητες.
Το βιβλίο αυτό είναι ένας ύμνος για την ερωτευμένη γυναίκα, που όταν τον γνωρίσει, αποτελεί την ύψιστη μορφή ελευθερίας. Μια ιστορία που θα μεταφέρει τον αναγνώστη σε άλλους χώρους και χρόνους. Μέσα από μια περιπλάνηση πόθου, από ένα χάσιμο λογικής, από ένα σωματικό σκόρπισμα, από έναν ερωτικό φανατισμό.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
Πώς αντέχουμε να υμνούμαι, εμείς οι γυναίκες, το φύλλο τους μέσα από θρήνους και μοιρολόγια. Κι εγώ σαν γυναίκα, ψυχή αδύναμη κι ευάλωτη μπρος τους πρέπει να τους δοξάζω μέσα στις ματωμένες ελευθερίες που μου προσφέρουν. Αυτό το ανάμα που μας κερνούν και υποχρεωμένες είμαστε να το πίνουμε μονορούφι, δεν είναι κρασί κόκκινο των αμπελιών της γης μας. Όχι! Το αίμα είναι κάποιων νεκρών παλικαριών και η αηδία της ιστορίας, που μας γεμίζει ενοχές, γεμάτες τάχα μου, από καθήκοντα.


Είναι δύσκολη η αγάπη
εκδόσεις: Χρ. Ε. Δαρδανός

Η ιστορία μιας νέας κοπέλας που μέσα από ένα σοβαρό μυστικό της ζωής της, όταν κάποιος άγνωστος άντρας την επισκέπτεται στο Φάρο, ανακαλύπτει πως είναι ο αληθινός πατέρας της και πως η οικογένεια μαζί με την οποία ζει εδώ και δεκαεπτά χρόνια την είχε υιοθετημένη. Οι εκπλήξεις διαδέχονται η μία την άλλη. Η ζωή της αλλάζει ρυθμούς και πλαισιώνεται από μια καθημερινότητα με τις πολλές διαφορές του νέου περίγυρου. Το μοίρασμα των αισθήσεών της, όταν συναντιέται με τον πατέρα της, η ένωση με τα τρία ετεροθαλή αδέρφια της, το νέο περιβάλλον στο σχολείο, οι διαφορετικού ύφους διαπροσωπικές σχέσεις με τους συνομηλίκους της, η αντιπαλότητα με την τυφλή μα όμορφη μητριά της για τον Ορφέα, έναν άντρα μεγαλύτερό της, που τον ερωτεύεται παράφορα και...


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
Σ' ευχαριστώ, σ' ευχαριστώ, μ' έκανες να γνωρίσω την αγάπη, την ηδονή, μαζί και την οδύνη τους. Έχω γευτεί την επιρροή και των δύο, πρώτα της οδύνης κι έπειτα της ηδονής, και μπορώ να πω από αυτή μου την εμπειρία ότι διακρίνω μεταξύ τους μόνο μερικές διαφορές. Από τα ίδια σημεία το κορμί μου τις ένιωσε απόλυτα ίδιες, γιατί η τρομερή που μου έδωσες ηδονή με την απουσία σου κατάντησε οδύνη, σε δόσεις υπερβολής που με πίεζαν, με έκαναν θλιμμένη φιγούρα χαρίζοντας μου στα όνειρα την ψευδαίσθηση μιας γλυκιάς ευχαρίστησης.



Υπατία
εκδόσεις: Άγκυρα


Η συγκλονιστική ιστορία της γυναίκας που δίδασκε παντού το ελληνικό πνεύμα, συγκρούστηκε με τον κλήρο και κατηγορήθηκε ως μάγισσα..
4ος-5ος αιώνας μ.Χ. Η φημισμένη Αλεξάνδρεια πνίγεται στο κρασί των καπηλειών, στις ηδονές των γυναικών του δρόμου, στις δεισιδαιμονίες, στις φιλοσοφικές διαφορές και διαμάχες των θρησκευτικών φανατισμών με τους φονικούς διωγμούς.
Μέσα σε αυτή τη διαφθορά, μια γυναίκα αφοσιωμένη στα ελληνικά ιδεώδη διδάσκει στο πανεπιστήμιο, στους δρόμους και στο σπίτι της το αστείρευτο ελληνικό πνεύμα. Αυτή η σοβαρή ευθύνη δεν της στερεί το γυναικείο ένστικτο, και στο πρόσωπο του χριστιανού επάρχου βρίσκει τον έμπιστο φίλο και άντρα.
Η φιλία και ο πλατωνικός δεσμός που αναπτύσσεται ανάμεσά τους ενοχλεί τον κλήρο, που δεν αργεί να στραφεί εναντίον της και να της προσάψει κατηγορίες, ως μάγισσας και υποκινήτριας εχθρικών ενεργειών εναντίον του…
Πετυχημένη τοιχογραφία μιας ολόκληρης εποχής με επίκεντρο μια αξιόλογη γυναίκα που πλήρωσε με τη ζωή της τις αρετές του φύλου της, καθώς βρέθηκε στο μεταίχμιο της ιστορίας, από το λυκόφως του νεοπλατωνισμού στους πρώτους σκοτεινούς αιώνες του Χριστιανισμού.
Μυθιστορηματική βιογραφία, που κυλάει αβίαστα, με φανταστικούς διαλόγους και εικόνες, γύρω όμως από πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα τα οποία ο συγγραφέας αναπαριστά πειστικά, μετά από ενδελεχή έρευνα.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
Για μία και μοναδική φευγαλέα στιγμή στο βλέμμα της λαμποκόπησε η εξώκοσμη φλόγα του ανώτερου. Δυστυχώς όμως, όσο επίμονα κι αν προσπάθησε δεν είχε δύναμη να κρατήσει ανοιχτά τα πρησμένα μάτια της. Μόνο μέσα από μια μικρή θολή χάση πρόλαβε να διακρίνει τα νοτισμένα γεμάτα θλίψη μάτια του που την κοίταζαν βαθιά μέσα στην ψυχή της. Τα δικά της δάκρια, του παράπονου και της οδύνης αναμείχθηκαν με τη δική του θλίψη και φιλεύσπλαχνη σιωπή. Τότε ακριβώς κατάφερε και ψέλλισε μέσα από την αγωνία της: “Μ’ εκδικούνται, όπως εσένα”.


ΟΣΟΙ ΕΧΟΥΝ ΔΙΑΒΑΣΕΙ ΚΑΠΟΙΟ ΑΠΟ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΕΚΦΡΑΣΟΥΝ ΚΑΠΟΙΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥΣ ΘΑ ΗΤΑΝ ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΧΑΡΑ ΜΟΥ ΝΑ ΤΙΣ ΚΑΤΑΘΕΣΟΥΝ

..το υστερόγραφο μιας συγγνώμης



Μόλις κυκλοφόρησε απ' τις εκδόσεις Άγκυρα άλλο ένα βιβλίο μου με τίτλο "Το υστερόγραφο μιας συγγνώμης"...Το θέμα του είναι μια ιδιόμορφη σχέση μάνας και γιου.

Σας παραθέτω μια σύνοψη του βιβλίου κι αν τύχει και διαβάσετε το βιβλίο και θελήσετε να εκφράσετε την γνώμη σας, γράψτε μου.

Μια ιστορία σκληρή κι απρόβλεπτη, καθώς αγγίζει μια από τις ομορφότερες σχέσεις στη ζωή του ανθρώπου.
Ένα Oιδιπόδειο σύμπλεγμα που πρώτη φορά αναφέρεται με τρόπο ρεαλιστικό στην σύγχρονη ελληνική βιβλιογραφία, από Έλληνα συγγραφέα.
Ένα θέμα μέσα από το οποίο ο αναγνώστης θα παρακολουθήσει την ψυχική πάλη και υπέρβαση των ηρώων του βιβλίου.
Το κείμενο θα ασκήσει άμεση επίδραση στους αναγνώστες και θα τους υποβάλει σε θετική ή αρνητική κριτική.
Μια αιχμηρή ιστορία όπου το ασυνείδητο και ο ρεαλισμός, συνθέτουν έναν γοητευτικό κι απρόβλεπτο εφιάλτη.
Δυο παιδικές φίλες, δυο αινιγματικές φιγούρες, συναντώνται μετά από χρόνια στον τόπο που ξεκίνησαν τη ζωή τους. Απολογούνται για τα σκληρά βιώματα και τις πράξεις τους. Για τα πάθη, τους πόθους και τις αγάπες που τις οδήγησαν στο τέλμα.
Η Φαίδρα, ένας αντισυμβατικός χαρακτήρας, αφήνει την παιδική ζωή της για έναν έρωτα κι ανεύθυνα σκορπίζεται σε παθιασμένες ανάγκες ηδονικών αναζητήσεων. Μάτωσε τη ψυχή της με πληγές που ποτέ δεν θα επουλώσει ο χρόνος και θα τις κουβαλά για πάντα μέσα της, γιατί από αυτές θα μείνει βαθιά σημαδεμένη χωρίς ποτέ να βρει κομμάτια του εαυτού της που θα διασώσουν τα μεταμορφωμένα αισθήματα της.
Η Ειρήνη, βιώνει την παραφορά του αγοραίου έρωτα βλέποντας μάνα κι αδελφή να παίζουν τα παιχνίδια του. Από εκδίκηση κυλιέται στην ίδια παραίσθηση. Αηδιάζει και μισεί αυτούς που αγοράζουν αισθήματα, όσους αφήνουν λάσπες στη ψυχή της.
Αυτή την σκληρή εμπειρία την ξεπληρώνει, άθελά της, με μια εγκυμοσύνη.
Οι προτροπές της μάνας για άμβλωση την πεισμώνουν για το αντίθετο. Κρατάει το μωρό και φεύγει από το σπίτι. Μόνη, και φοβισμένη για όσα άγνωστα θα ακολουθήσουν πνίγεται στην απελπισία της μοναξιάς. Η αποστροφή για το άλλο φύλο τροφοδοτεί τον ψυχικό της κόσμο που ακροβατεί πάνω σε κινούμενη άμμο και στο παράλογο.
Κλείνεται στον εαυτό της κι αφοσιώνεται με λατρεία στο μεγάλωμα του μωρού της. Μέσα από τη γυναικεία απελπισμένη τρυφερότητά της και με μια ανενδοίαστη δύναμη σαν έννοια αφηρημένη αναστρέφει τη φορά της φύσης, νεκρώνει αξίες, ήθη, είδωλα.
Διχασμένη από έναν αιρετικό πόθο και μια παρά φύση εσωτερική δύναμη μπλέκει αθώα τις αισθήσεις της σε μια ατελείωτη μέθη που την οδηγεί απενεχοποιημένη στην Oιδιπόδεια παραζάλη.
Ποιες αποφάσεις πρέπει να πάρουν που θα διευκολύνουν να αναδυθούν από τα πέπλα της βαριάς μοίρας; Θα καταφέρουν να ξεφύγουν από την άκρη του χάους σε ένα μέλλον γεμάτο λήθη;
Ένα υπέρ ρεαλιστικό κείμενο. Ένα ρέκβιεμ για τον αγαθότερο κανόνα της ζωής, τη μητρότητα.

Τρίτη, 01 Μαΐου 2007

η δύναμη της αγάπης



Πως εγώ μπορώ να εκτιμήσω την λέξη: "σ αγαπώ";


Είναι η μεγαλύτερη πλάνη στα αισθήματα μας γιατί ποτέ δεν εισπράττουμε το ίδιο ποσοστό αγάπης που εμείς δίνουμε στον άλλον.

Μην ξεχνάμε πως ουσιαστικά δεν αγαπάμε κανέναν. Απλά λέμε ότι αγαπάμε ενώ στην ουσία είναι η εικόνα που δημιουργούμε για κάποιον. Αυτό που αγαπάμε είναι η δική μας ανάγκη να καλύψουμε τον συναισθηματικό μας κόσμο.

Δεν αγαπάμε λοιπόν τον άλλον εαυτό μας.

Μπορεί να θεωρηθεί σκληρή ή ακραία σκέψη αλλά αυτό επαληθεύεται από τα συναισθήματα μας που αναζητούν μέσα απ τον έρωτα την ηδονή με την μεσολάβηση ενός άλλου κορμιού. Που σημαίνει ότι η ικανοποίηση μας οφείλεται στην μεσολάβηση που έχουμε διαμορφώσει για κάποιον.

Βεβαίως δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς . Θα ήταν ανώφελη μια ζωή να την ζήσουμε χωρίς το μοίρασμα των συναισθημάτων μας.

new generation


Αδιάφορη ή αποστασιοποιημένη;

Κάθε νέα γενιά είναι πιο εξελιγμένη απ την προηγούμενη.

Η διαφορά μεταξύ γενιάς με γενιά έχει άλλα ενδιαφέροντα με αποτέλεσμα οι προηγούμενες να θεωρούν τις νεώτερες αδιάφορες ή αποστασιοποιημένες.

Αυτό είναι λάθος εκτίμηση, όταν και όποτε χρειάζεται η κάθε νέα γενιά αντιμετωπίζει και προβληματίζεται με τα γεγονότα που βιώνει.

λέξεις ακουμπώ στον χρόνο



Πως μπορείς να ξεχωρίσεις ένα βλέμμα όταν σου μιλάει για πράγματα που δεν μπορούν να ειπωθούν με λέξεις.

Με ποιο βλέμμα πρέπει να ανταποκριθείς ανάλογα, με της καρδιάς ή της λογικής; Κι αν είναι έρωτας πού χωράει η λογική; Αφού από μόνος του αυτός, είναι αλόγιστος και σ΄ οδηγεί όπου εκείνος θέλει και κάνεις και σκέφτεσαι και υπερβαίνεις όρια όπως εκείνος θέλει.

Έρωτας, παράγοντας δημιουργικός, τρελός και όμορφος.

Πως ξεχωρίζεις ένα ψίθυρο από το παρελθόν που μένει ζωντανός γεμάτος μνήμες από ανθρώπους που έγραψαν την αγάπη μέσα σου. Από όμαιμους, συναισθηματικούς, και φιλικούς δεσμούς;

Πως μπορείς να μη λατρέψεις μια νέα ψυχούλα που θα πιστέψει, που θα αγαπήσει, που θα χώσει το απαλό χεράκι του στην χούφτα σου και θα σε ρωτάει:

“Γιατί είναι ο κόσμος έτσι φτιαγμένος”;

”Αν θες να τον μάθεις σωστά, ονειρέψου μωρό μου !”